Mοιράζομαι όμορφες σκέψεις, εικόνες, ήχους, που διάβασα, είδα, αφουγκράστηκα αλλού και καταθέτω εδώ...



Πέμπτη, 29 Νοεμβρίου 2012

''Να βγάλουμε τη ψυχή μας από το μπαούλο..!''




Υπάρχει ελπίδα;

«Το είπα και στην αρχή. Η μόνη ελπίδα μας είναι να βγάλουμε την ψυχή μας από το "μπαούλο". Μόνο έτσι θα μπει φρένο στο τρεχαλητό του μυαλού μας. Το μυαλό είναι ένα σκυλί που αν δεν το δέσεις από την ψυχή ικανοποιεί τις επιθυμίες του όπως τα ζώα. Αρα οδηγεί τον άνθρωπο με ιλιγγιώδη ταχύτητα στον θαυμαστό κόσμο των ζώων. Με ρωτήσατε αν υπάρχει ελπίδα... Ναι, υπάρχει ελπίδα, αρκεί να πονέσουμε ξανά»!

Octavio Paz

Τετάρτη, 7 Νοεμβρίου 2012

Στο άλογό μου...

Το να γράψει κανείς σ' έναν άνθρωπο, είναι ίσως εύκολο στους πολλούς. Το να γράψει σ' ένα ζώο, είναι αφάνταστα δύσκολο. Για τούτο φοβάμαι. Δε θα τα καταφέρω.
Τα χέρια μου έχουνε σκληρύνει από τα λουριά σου,

κι η ψυχή μου από άλλη αιτία. Όμως πρέπει. Αισθάνομαι την ανάγκη. Γι' αυτό θα σου γράψω.

Στην αρχή δεν με ήθελες. Καταλάβαινες σε μένα τον άπραγο με το αδύνατο χέρι. Είχες δίκιο. Ίσως για πρώτη φορά έβλεπα άλογο από τόσο κοντά. Τ' άλογα που είχα δει στη ζωή μου ήτανε στα τσίρκα, που τα δουλεύανε κοζάκοι, και στις κούρσες, που τα παίζαν οι άνθρωποι. Αυτό με είχε πειράξει. Δεν είστε προορισμένα για τόσο χαμηλές πράξεις. Ας είναι... Αυτό είναι μιαν άλλη ιστορία, καθώς λέει ο Κίπλινγκ, αυτός που τόσο σας είχε αγαπήσει και ιστορήσει.

Το ξέρω πόσο σε κούρασα. Στραβά φορτωμένο ακολούθησες υποταχτικά στις πορείες της νύχτας. Γρήγορα γίναμε φίλοι. Με συνήθισες. Έπαψα πια να σε χάνω μέσα στ' άλλα τα ζώα της Μονάδας μας. Έπαψα να μη σε γνωρίζω.

Αν αρχίσω τα «θυμάσαι» δε θα τελειώσω ποτέ. Λατρεύω τη συντομία! Θα σου θυμίσω μονάχα τρεις νύχτες μας. (Απορώ με τον εαυτό μου απόψε. Τόσο στοργικά δε μίλησα ποτέ σε κανένα).

Θυμάσαι τη νύχτα με τη βροχή; Ανελέητα κι οι δυο μουσκεμένοι, προχωρούσαμε μέσα στη νύχτα. Μόνοι. Σε οδηγούσα ή με οδηγούσες; Κάρφωνα τα νυσταγμένα μου μάτια στο νυχτερινό παραπέτασμα, όπως δεν τα κάρφωσα τότε που αναζητούσα φανάρια στη Βόρειο θάλασσα. Η όσφρησή σου μας έσωσε. Ένας στάβλος μάς έγινε άσυλο. Παραμερίσαμε το σανό κι ανάψαμε μεγάλη φωτιά. Λέω, ανάψαμε. Εσύ μου 'δινες θάρρος. Ξαπλωμένος σ' άκουα να μασάς. Κατόπι σου μίλησα. Ποτέ δε συμφώνησα με τους ανθρώπους όπως τότε με σένα. Κοιμηθήκαμε συζητώντας. Εγώ ξαπλωμένος στο χόρτο. Εσύ όρθιο. Πόσοι άνθρωποι δεν κοιμούνται όρθιοι περπατώντας δίχως να 'χουν τη δική σου νόηση; Ας είναι...

Η δεύτερη νύχτα: Τότε που μπήκαμε μ' άλλους πολλούς μες στη μάχη. Μπορούσε κοντά από 'κεί να κουβαλήσουμε τραυματίες. Ακούσαμε μαζί τον θόρυβο του πολέμου και τον συνηθίσαμε. Πήραμε το παλικάρι με το πληγωμένο πόδι και φύγαμε. Ποτέ μου δε σε είδα πιο προσεχτικό και τόσο αλαφροπάτητο. Είχες ξεχάσει κείνο το νευρικό σου συνήθειο να πηδάς σηκώνοντας το σαμάρι. Τα 'χες όλα νιώσει ίσως πριν από μένα.

Και τώρα, η νύχτα στο βουνό με τη λάσπη: βαρυφορτωμένοι, κατάκοποι προχωρούσαμε. Είν' αφάνταστη η λύπη κι η κακομοιριά που δοκιμάζεις σαν αισθάνεσαι να 'σαι και να βλέπεις ανθρώπους και ζώα και τα πάντα μες στη λάσπη.

Άλογα και μουλάρια πεσμένα μάς κόψανε το δρόμο. Εμείς προχωρούσαμε. Άξαφνα έπεσες. Πέσαμε θέλω να πω. Με τα δυο σου πόδια σπασμένα, με το κεφάλι χωμένο στις λάσπες. Θυμάσαι πόσο προσπάθησα. Δεν το κατόρθωσα. Πρέπει να νιώσεις καλά πως δε φταίω. Ποτέ δεν προσπάθησα τόσο. Έμεινα δίπλα σου ολόκληρη νύχτα. Πιο πέρα από μας ένας Ιταλός σκοτωμένος. Πάνω μας η Μεγάλη Άρκτος, το Βόρειο Στέμμα, ο Αστερισμός του Ωρίωνα ψιχάλιζαν φως.

Δεν είδα ποτέ πώς πεθαίνουν οι άνθρωποι. Γύρισα πάντα τα μάτια μου από το θάνατο. Μα φαντάζομαι...

Παύω. Φοβάμαι μήπως πω λόγο μεγάλο.

Φυλάω ακόμη το ξυστρί και τη βούρτσα σου. Κι όταν κάποτε κι αυτά θα τα παραδώσω, θα σε φυλάξω στη μνήμη μου.

Οι κάλοι των χεριών μου από τα λουριά σου μου είναι τόσο αγαπητοί, όσο εκείνοι που κάποτε απόχτησα στις θαλασσινές μου πορείες. Θα σου ξαναγράψω!...

Κούδεσι, Μάρτης 1941
Νίκος Καββαδίας

Σάββατο, 22 Σεπτεμβρίου 2012

Ερωταποκρίσεις...



-Ποια είν' η γλώσσα που μιλάς, θάλασσα εσύ;
-Η γλώσσα των αιώνιων ερωτήσεων.
-Και σε ποια γλώσσα απαντάς, ουρανέ;
-Στη γλώσσα της ατέλειωτης σιγής.

(R.Tagore)

Παρασκευή, 24 Αυγούστου 2012

Στο υπόγειο του ''αντι-ήρωα''...

‘’ Και τί με νοιάζει στ’ αλήθεια αν δεν καταλαβαίνεις τίποτε από όλ’ αυτά ; Τι με νοιάζεις εσύ, αν θα χαθείς ή όχι εκεί κάτω; Το καταλαβαίνεις πόσο θα σε μισήσω τώρα, επειδή βρέθηκες εδώ και άκουσες; Γιατί ο άνθρωπος μια φορά μόνο στη ζωή του μπορεί ν’ ανοίξει έτσι την καρδιά του.
...
Τί άλλο θέλεις; Γιατί μετά απ’όλ’αυτά μένεις έτσι καρφωμένη εκεί για να με τυραννάς; Γιατί δε φεύγεις;’’ Τότε έγινε κάτι παράξενο.....
Η Λίζα, προσβεβλημένη κι εξευτελισμένη από μένα, κατάλαβε πολύ περισσότερα απ’ όσα περίμενα. Κατάλαβε εκείνο που μια γυναίκα καταλαβαίνει αμέσως όταν αγαπά ειλικρινά: πως ήμουν δυστυχισμένος. Η τρομαγμένη και προσβλημένη έκφραση του προσώπου της άλλαξε κι έγινε πονεμένη και γεμάτη έκπληξη. Τη στιγμή που έλεγα ότι ήμουν τιποτένιος και άνανδρος, το πρόσωπό της έτρεμε συσπασμένο. Θέλησε να σηκωθεί, να με κάνει να σωπάσω, κι όταν είχα τελειώσει, δεν πρόσεξε καθόλου τις φωνές μου:
’’Γιατί στέκεσαι εκεί; Γιατί δεν φεύγεις;’’
Αλλά κι αυτό-με μεγάλο πόνο ίσως-κατόρθωσα να το πω. Κι έπειτα ήταν τόσο ταπεινή η φτωχούλα. Νόμιζε τον εαυτό της απείρως κατώτερο από μένα. Μπορούσε να θυμώσει, να προσβληθεί;
Πετάχτηκε άξαφνα από το κάθισμά της από μιαν ακατανίκητη ορμή , και γέρνοντας πάνω μου, μην τολμώντας όμως από δειλία να κινηθεί, μου άπλωσε τα χέρια. Η καρδιά μου έγινε άνω κάτω. Ρίχτηκε τότε πάνω μου, μ’ αγκάλιασε απ’ το λαιμό με τα μπράτσα της κι αναλύθηκε σε δάκρυα. Δεν κατόρθωσα ούτε εγώ να κρατηθώ και ξέσπασα σε κλάματα, όπως ποτέ άλλοτε.
...
Δε θα σε συγχωρήσω ούτε για τα δάκρυά μου πριν λίγο, που δεν μπόρεσα να τα συγκρατήσω μπροστά σου, σαν καμιά καλή γυναικούλα πάνω στην ταραχή της. Μάλιστα, εσύ, εσύ μονάχα, είσαι υπεύθυνη για όλ’ αυτά, γιατί βρέθηκες εδώ, γιατί είμαι δειλός, γιατί είμαι ο πιο τιποτένιος, ο πιο γελοίος, ο πιο μίζερος, ο πιο ανόητος, ο πιο φθονερός απ’ όλα τα σκουλήκια της γης, που είναι καλύτερά μου επειδή δε δειλιάζουν ποτέ.
...

Η προσβολή είναι ένας εξαγνισμός , είναι ο πιο οδυνηρός και ο πιο καυτερός πόνος για να γνωρίσει κανείς τη πραγματικότητα. Αύριο θα λέρωνα την ψυχή της και θα κούραζα την καρδιά της. Μα η προσβολή δε θα σβήσει ποτέ από μέσα της , κι όσο και να είναι βρόμικη η λάσπη που την περιμένει, η προσβολή θα την εξυψώσει , θα την εξαγνίσει... με το μίσος.. Ίσως και με τη συγνώμη... Μα θα την ανακουφίσει αυτό; Αλήθεια, θέτω ένα μάταιο ερώτημα:τί είναι προτιμότερο; Η μέτρια ευτυχία ή ο υψηλός πόνος;
...
Σ’ όλη μου τη ζωή δεν μπόρεσα να αναπαραστήσω αλλιώτικα την αγάπη , και κατέληξα μάλιστα να πιστεύω καμιά φορά τώρα ότι αγάπη θα πει να έχεις το δικαίωμα να τυραννάς εκείνον που αγαπάς. Στα ονειροπολήματά μου κάτω στο υπόγειο φανταζόμουν τον έρωτα σα μια πάλη που αρχίζει από το μίσος και καταλήγει στην ηθική του υποταγή: δεν μπορούσα να φανταστώ τι θα’ κανα κατόπιν το υποταγμένο πια αντικείμενο της αγάπης μου. Τι το απίστευτο σ’ αυτό , αφού ήμουν πια ψυχικά διεφθαρμένος;
Είχα ξεσυνηθίσει την πραγματική ζωή τόσο, ώστε να κατηγορώ το κορίτσι αυτό και να το ντροπιάζω πού ήρθε να ακούσει από μένα λόγια τρυφερά. Δεν είχα μαντέψει ότι δεν είχε έρθει καθόλου γι’ αυτό, αλλά για ν’ αγαπήσει, γιατί η αγάπη είναι η ανάταση της γυναίκας, η αναγέννηση, η σωτηρία, αδιάφορο απο ποιό χαμό: και πως δε μπορεί να ολοκληρωθεί αλλιώτικα.
Άλλωστε, δε τη μισούσα πια τόσο πολύ καθώς βημάτιζα πάνω κάτω στο δωμάτιο και κοίταζα από τη χαραμάδα του παραβάν. Μου ήταν απλώς ανυπόφορο το γεγονός ότι ήταν ακόμη εκεί. Ήθελα ‘’να μ’ αφήσει ήσυχο’’, ήθελα να μείνω μόνος στη τρύπα μου. ‘’Η πραγματική ζωή’’ , επειδή την είχα ξεσυνηθίσει, με πίεζε τόσο, που ανάσαινα με δυσκολία…

''Το υπόγειο'' - Φ.Ντοστογιέφσκι

Τετάρτη, 8 Αυγούστου 2012

Ως πότε;


Διαβάζοντας σήμερα την ''Αναφορά στον Γκρέκο'' του Ν.Καζαντζάκη, έμεινα για ώρα να διαβάζω και να ξαναδιαβάζω το παρακάτω απόσπασμα.. Το μοιράζομαι μαζί σας:

''-Έφτασα ως την άκρα. και στην άκρα του κάθε δρόμου βρήκα την άβυσσο.

Βρήκες την αναξιότητά σου να πας πιο πέρα! Άβυσσο λέμε ό,τι δεν μπορούμε να γεφυρώσουμε. Δεν υπάρχει άβυσσος, δεν υπάρχει άκρα. Υπάρχει μονάχα η ψυχή του ανθρώπου , κι αυτή δίνει ονόματα στα πάντα, σύμφωνα με την αντρεία ή την αναντρία της.

......................
-Θα με ακούς πάντα, σε κάθε σου φυγή.
-Ποτέ δεν έφυγα. Πάντα προχωρώ, παρατώντας ό,τι αγάπησα και ξεσκίζεται η καρδιά μου.
-Ώς πότε;
-Ως να φτάσω στην κορφή μου. Εκεί θ'αναπαυτώ.
-Κορφή δεν υπάρχει. Υπάρχει μονάχα ύψος. Ανάπαψη δεν υπάρχει. Υπάρχει μονάχα αγώνας. Τί γουρλώνεις τα μάτια ξαφνιασμένος; Ακόμα δε με γνώρισες; Θαρρείς πως είμαι η φωνή του Θεού; Όχι, είμαι η φωνή σου. Ταξιδεύω  πάντα μαζί σου , δε σε αφήνω. Αλίμονο να σε άφηνα μονάχο! Μιά φορά, όταν πάλι πετάχτηκα θυμωμένη από το σπλάχνο σου, μου'δωκες ένα όνομα και το κρατώ, μου αρέσει. Είμαι η Τίγρη η Συνταξιδιώτισσα.''

Παρασκευή, 3 Αυγούστου 2012

Η ευλογία της έλλειψης

Ευγνωμονώ τις ελλείψεις μου
ό,τι μου λείπει με προστατεύει
από κείνο που θα χάσω
όλες οι ικανότητές μου
που ξεράθηκαν στο αφρόντιστο χωράφι της ζωής
με προφυλάσσουν από κινήσεις στο κενό
άχρηστες, ανούσιες.
Ό,τι μου λείπει με διδάσκει
ό,τι μου 'χει απομείνει
μ’ αποπροσανατολίζει
γιατί μου προβάλλει εικόνες απ’ το παρελθόν
σαν να 'ταν υποσχέσεις για το μέλλον.
Δεν μπορώ, δεν τολμώ
ούτ’ έναν άγγελο περαστικό
να φανταστώ γιατί εγώ
σ’ άλλον πλανήτη, χωρίς αγγέλους
κατεβαίνω.
Η αγάπη, από λαχτάρα που ήταν
έγινε φίλη καλή
μαζί γευόμαστε τη μελαγχολία του Χρόνου.
Στέρησέ με –παρακαλώ το Άγνωστο–
στέρησέ με κι άλλο
για να επιζήσω.


Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ

Δευτέρα, 9 Ιουλίου 2012

''Αν δε μου'δινες ποίηση Κύριε..''

''Ἂν δὲ μοῦ ῾δινες τὴν ποίηση, Κύριε,
δὲ θἄχα τίποτα γιὰ νὰ ζήσω.
Αὐτὰ τὰ χωράφια δὲ θἆταν δικά μου.
Ἐνῷ τώρα εὐτύχησα νἄχω μηλιές,
νὰ πετάξουνε κλώνους οἱ πέτρες μου,
νὰ γιομίσουν οἱ φοῦχτες μου ἥλιο,
... ἡ ἔρημός μου λαό,
τὰ περιβόλια μου ἀηδόνια.

Λοιπόν; Πῶς σοῦ φαίνονται; Εἶδες
τὰ στάχυά μου, Κύριε; Εἶδες τ᾿ ἀμπέλια μου;
Εἶδες τί ὄμορφα ποὺ πέφτει τὸ φῶς
στὶς γαλήνιες κοιλάδες μου;
Κι᾿ ἔχω ἀκόμη καιρό!
Δὲν ξεχέρσωσα ὅλο τὸ χῶρο μου, Κύριε.
Μ᾿ ἀνασκάφτει ὁ πόνος μου κι᾿ ὁ κλῆρος μου μεγαλώνει.
Ἀσωτεύω τὸ γέλιο μου σὰν ψωμὶ ποὺ μοιράζεται.

Ὅμως,
δὲν ξοδεύω τὸν ἥλιό σου ἄδικα.
Δὲν πετῶ οὔτε ψίχουλο ἀπ᾿ ὅ,τι μοῦ δίνεις.
Γιατί σκέφτομαι τὴν ἐρμιὰ καὶ τὶς κατεβασιὲς τοῦ χειμῶνα.
Γιατί θἄρθει τὸ βράδι μου. Γιατί φτάνει ὅπου νἆναι
τὸ βράδι μου, Κύριε, καὶ πρέπει
νἄχω κάμει πρὶν φύγω τὴν καλύβα μου ἐκκλησιὰ
γιὰ τοὺς τσοπάνηδες τῆς ἀγάπης.''

Ν.Βρεττάκος

Παρασκευή, 6 Ιουλίου 2012

''Εξακολουθώ να ξέρω ποιά είναι''...

Ήταν πρωί, περίπου 8:30, όταν ένας ηλικιωμένος περίπου 80 χρονών, με ράμματα στον αντίχειρά του, έφτασε στο νοσοκομείο. Είπε ότι ήταν βιαστικός, και ότι είχε ένα άλλο ραντεβού στις 9:00. Η νοσοκόμα  τον είδε να κοιτάει επίμονα το ρολόι του και επειδή δεν ήταν και πολύ απασχολημένη αποφάσισε να δει τη πληγή του.  Ενώ του φρόντιζε τα ράμματα, τον ρώτησε αν είχε άλλο ραντεβού με γιατρό σήμερα. Ο ηλικιωμένος είπε πως δεν είχε ραντεβού με γιατρό,αλλά έπρεπε να πάει στο γηροκομείο για να φάει πρωινό με τη σύζυγό του.
Η νοσοκόμα τον ρώτησε σε τι κατάσταση ήταν η υγεία η σύζυγός του.Ο ηλικιωμένος απάντησε ότι η γυναίκα του ήταν θύμα της νόσου Alzheimer. Της είπε ακόμα ότι η γυναίκα του δεν ήξερε ποιος ήταν και ότι δεν μπορούσε να τον αναγνωρίσει τα τελευταία 5 χρόνια.
Η νοσοκόμα έμεινε έκπληκτη, και τον ρώτησε, «Και γιατί συνεχίζεις και πας κάθε πρωί, αφού δεν ξέρει ποιος είσαι;»
Ο ηλικιωμένος χαμογέλασε, χάιδεψε το χέρι της νοσοκόμας και είπε:
«Δεν με γνωρίζει, αλλά εγώ εξακολουθώ να ξέρω ποια είναι.»

Πέμπτη, 14 Ιουνίου 2012

Η γλύκα του έρωτα μέσα απο μια μαντινάδα...


Όταν ένας άντρας πραγματικά αγαπάει μία γυναίκα .... :-)

''η σκοτεινιά που εβούλιαξα , δεν σου ταιριάζει εσένα,
που όταν η μέρα χάραζε, τα κάλλη σου πληθαίναν..

όταν ξεπλέκεις τα μακριά μαλλιά, μπρος στο καντήλι,
μεσονυχτίς ήλιος λαμπρός, θαρρώ πως θ'ανατείλλει..

είπες φοβάσαι ν'αγαπάς, τα πάθη θα σε κάψουν
και γίναν αύρα δροσερή, και χόρεψαν μπροστά σου..

πού θες να πας καρδούλα μου, σε ποιά μεριά του κόσμου,
εγώ κλείνω τα μάτια μου, κι όλος είναι δικός μου..

μη μου μιλάς για του καιρού, τα όμορφα , τα μεγάλα,
και πριν γεννηθώ στον έρωτα, πέθανα για όλα τ'άλλα..

πάρε τη ζωή μου , πάρ'τηνε και τίποτα μη δώσεις,
κρίματα αν έχεις πάνω μου, τα παίρνω ν'αλαφρώσεις..

το βλέμμα μου στα μάτια σου, σ'εφτά βυθούς βουλιάζει,
σαν του καθρέφτη το γυαλί, που άλλο γυαλί κοιτάζει..

μπορεί τα χάδια σου κακό, μου'μελλαν να μου κάμουν,
που σ'είχα και που σ'έχασα, πληθαίνει η μοναξιά μου...

αχ ινα σε ξανάβλεπα, στ'απόφεγγο της δύσης,
να κατεβαίνεις τα σκαλιά, να με καλοσωρίσεις..

που'σαι να δεις το δάκρυ μου, που το'να σπρώχνει τ'άλλο,
πόσες φορες αστόχησα, κι ακόμα πόσες σφάλλω..''

Τετάρτη, 13 Ιουνίου 2012

Κάποτε-Τάσος Λειβαδίτης

Κάποτε, καθώς φεύγεις
πηγαίνοντας σε μια μεγάλη μάχη
θα σου 'τυχε ν' ακούσεις ξαφνικά από 'να παράθυρο
ένα πιάνο να παίζει.
Ίσως ένα κορίτσι με άσπρα δάχτυλα
ή ένας άντρας με δυνατά χέρια
να παίζουν αυτόν τον λυπημένο σκοπό
που σου θυμίζει τα παιδικά σου χρόνια, τους χαμένους έρωτες
όλα όσα ονειρεύτηκες χωρίς να τα ζήσεις
τα γιασεμιά που σου γυρίσανε
την καρδιά σου που την ποδοπατήσαν.
Εσύ στέκεσαι με το στόμα ανοιγμένο
ακούγοντας κάτω απ' τη βροχή-
μα πρέπει να βιαστείς, προχωράνε οι άλλοι
χάθηκαν κιόλας στη στροφή του δρόμου.
Κι όπως ξεκινάς με πλατύ βήμα
τα παιδικά σου χρόνια
οι χαμένοι έρωτες
όλα όσα ονειρεύτηκες χωρίς να τα ζήσεις
τα γιασεμιά που σου γυρίσανε
η καρδιά σου που την ποδοπατήσαν
ξεκινάνε κι αυτά πλάι σου -
να πολεμήσουν
μαζί σου.

Τάσος Λειβαδίτης

Δευτέρα, 21 Μαΐου 2012

Η φύση διδάσκει...


Παρατηρώντας ο άνθρωπος τη φύση, μπορεί να δει τη απέραντη ομορφιά που την τυλίγει,
την σοφία, την απλότητα της ζωής...
Μια γλυκιά καλημέρα σε όλους!!

Τετάρτη, 16 Μαΐου 2012

Ζητείται Ελπίς

Οταν μπήκε στο καφενείο, κείνο τό απόγεμα, ήτανε νωρίς ακόμα. Κάθισε σ' ένα τραπέζι, πίσω από το μεγάλο τζάμι που εβλεπε στη λεωφόρο. Παράγγειλε καφέ.
Σε αλλα τραπέζια, παίζανε χαρτιά ή συζητούσανε.
Ηρθε ο καφές. Αναψε τσιγάρο, ηπιε δυό γουλιές, κι άνοιξε την απογευματινή εφημερίδα.
Καινούριες μάχες ειχαν αρχίσει στην Ινδοκίνα. «Αι απώλειαι εκατέρωθεν υπήρξαν βαρύταται», ελεγε το τηλεγράφημα.
Ενα ακόμα Ιαπωνικό αλιευτικό που γύρισε με ραδιενέργεια.
«Η σκιά του νέου παγκοσμίου πολέμου απλούται εις τον κόσμον μας», ηταν ο τίτλος μιας αλλης είδησης.
Υστερα διάβασε άλλα πράγματα: το έλλειμμα του προϋπολογισμού, προαγωγές εκπαιδευτικών, μιά απαγωγή, ενα βιασμό, τρείς αυτοκτονίες. Οι δυό, για οικονομικούς λόγους. Δυό νέοι, 30 και 32 χρονών. Ο πρώτος άνοιξε το γκάζι, ο δεύτερος χτυπήθηκε με πιστόλι.
Αλλού ειδε κριτική για ενα ρεσιτάλ πιάνου, έπειτα κάτι για τη μόδα, τέλος την «Κοσμική Κίνηση»: «Κοκταίηλ προχθές παρά τώ κυρίω και τή κυρία Μ. Τ. Χάρμα ευμορφίας και κομψότητος η κυρία Β. Χ. με φόρεμα κομψότατο εμπριμέ και τοκ πολύ σικ. Ελεγκάντικη εμφάνισις η δεσποινίς Ο. Ν.»
Αναψε κι αλλο τσιγάρο. Εριξε μια ματιά στις «Μικρές Αγγελίες»:
ΠΩΛΕΙΤΑΙ νεόδμητος μονοκατοικία, κατασκευή αρίστη, εκ 4 δωματίων, χόλ, κουζίνας, λουτρού πλήρους, W.C.
ΕΝΟΙΚΙΑΖΕΤΑΙ εις σοβαρόν κύριον δωμάτιον εις β΄ όροφον, ευάερον, ευήλιον...
ΖΗΤΕΙΤΑΙ πιάνο προς αγοράν...
Σκέψεις γυρίζανε στο νού του.
Απο τότε που τέλειωσε ο δεύτερος παγκόσμιος πόλεμος, η σκιά του τρίτου δεν είχε πάψει να βαραίνει πάνω στον κόσμο μας. Και στο μεταξύ, το αιμα χυνότανε, στην Κορέα χτές, στην Ινδοκίνα σήμερα, αύριο...
Πέρασε το χέρι του στα μαλλιά του. Σκούπισε τον ιδρώτα στο μέτωπό του· ειχε ιδρώσει, κι ομως δεν έκανε ζέστη.
..................
Σουρούπωνε. Μερικά φώτα ειχαν ανάψει κιόλας στα μαγαζιά αντίκρυ. Στο καφενείο δεν ειχανε ανάψει ακόμα τα φώτα. Του άρεσε ετσι το ημίφως.
Σκέφτηκε τη σύγχυση που επικρατεί στον κόσμο μας σήμερα. Σύγχυση στον τομέα των ιδεών, σύγχυση στον κοινωνικό τομέα, σύγχυση...
Δεν εφταιγε η εφημερίδα που εκανε τώρα αυτές τις σκέψεις. Τα σκεφτότανε ολα αυτά τον τελευταίο καιρό, πότε με λιγότερη, πότε με περισσότερη ένταση. Σκεφτότανε το σκοτεινό πρόσωπο της ζωής. Την ειρήνη, τη βαθιά τούτη λαχτάρα, που κρέμεται απο μια κλωστή. Σκεφτότανε τη φτώχεια, την αθλιότητα. Σκεφτότανε το φόβο που εχει μπεί στις καρδιές.
Στον καθρέφτη, δίπλα του, ειδε το πρόσωπό του. Ενα πολύ συνηθισμένο πρόσωπο. Τίποτα δε μαρτυρούσε την ταραχή που ειχε μέσα του.
Ειχε πολεμήσει κι αυτός στον τελευταίο πόλεμο. Και ειχε ελπίσει. Μα τώρα ήτανε πια χωρίς ελπίδα. Ναί, δε φοβότανε να το ομολογήσει στον εαυτό του πώς ήτανε χωρίς ελπίδα.
Μια σειρά απο διαψεύσεις ελπίδων ηταν η ζωή του. Ειχε ελπίσει τότε...
Ειχε ελπίσει ύστερα...
Κάποτε, πριν απο χρόνια, ειχε ελπίσει στον κομμουνισμό. Μα είχε διαψευσθεί κι εκεί. Τώρα δεν ειχε ελπίδα σε καμμιά ιδεολογία !
Ζήτησε ενα ποτήρι νερό ακόμα. Αυτή η διάψευση απο τις λογής-λογής ιδεολογίες ήτανε βέβαια γενικό φαινόμενο. Και παραπάνω απο τη διάψευση, η κούραση, η αδιαφορία, που οι πιο πολλοί, η μεγάλη πλειοψηφία νιώθει μπροστά στις διάφορες ιδεολογίες.
..................
Στις εξι σελίδες της εφημερίδας: η ζωή. Κι αυτός, ήτανε τώρα ενας άνθρωπος που δεν εχει ελπίδα.
Θυμήθηκε, πριν απο χρόνια, ητανε παιδί ακόμα, ειχε αρρωστήσει βαριά μια θεία του, ξαδέρφη της μητέρας του. Την είχανε σπίτι τους. Ηρθε ο γιατρός· βγαίνοντας απο το δωμάτιο τής άρρωστης, ειπε με επίσημο ύφος:
Δεν υπάρχει πλέον ελπίς !
Ετσι κι αυτός, τώρα, ειχε φτάσει στο σημείο να λέει:
- Δεν υπάρχει πλέον ελπίς !
Του φάνηκε φοβερό που ήτανε χωρίς ελπίδα. Ειχε την αίσθηση πως οι άλλοι στο καφενείο τον κοιτάζανε κι αλλοι απο το δρόμο σκέφτονταν και ψιθυρίζανε μεταξύ τους: «Αυτός εκεί δεν εχει ελπίδα! » Σα να ήταν έγκλημα αυτό. Σα να ειχε ενα σημάδι πάνω του που το μαρτυρούσε. Σα να ήτανε γυμνός ανάμεσα σε ντυμένους...
Σκέφτηκε τα διηγήματα που ειχε γράψει, δίνοντας ετσι μια διέξοδο στην αγωνία του. Αγγιζε θέματα του καιρού μας: τον πόλεμο, την κοινωνική δυστυχία... Ωστόσο, δεν το αποφάσιζε να τα εκδώσει. Φοβότανε ! Φοβότανε την ετικέτα που θα του δίνανε σίγουρα οι μεν και οι δε. Οχι, έπρεπε να τα βγάλει. Στο διάολο η ετικέτα ! Αυτός ηταν ενας ανθρωπος, τίποτε αλλο. Ουτε αριστερός, ουτε δεξιός. Ενας άνθρωπος που ειχε ελπίσει αλλοτε, και τώρα δεν εχει ελπίδα, και που νιώθει χρέος του να το πεί αυτό. Βέβαια, αλλοι θαχουν ελπίδα, σκέφτηκε. Δεν μπορεί παρά να΄χουν.
Ξανάριξε μια ματιά στην εφημερίδα: η Ινδοκίνα, η «Κοσμική Κίνησις», το ρεσιτάλ πιάνου, οι δυο αυτοκτονίες για οικονομικούς λόγους, οι «Μικρές Αγγελίες»...
ΖΗΤΕΙΤΑΙ γραφομηχανή...
ΖΗΤΕΙΤΑΙ ραδιογραμμόφωνον...
ΖΗΤΕΙΤΑΙ τζήπ εν καλή καταστάσει...
ΖΗΤΕΙΤΑΙ τάπης γνήσιος περσικός...
Εβγαλε την ατζέντα του, εκοψε ενα φύλλο κι εγραψε με το μολύβι του:
ΖΗΤΕΙΤΑΙ ελπίς...
Υστερα πρόσθεσε το ονομά του και τη διεύθυνσή του. Φώναξε το γκαρσόνι. Ηθελε να πληρώσει, να πάει κατευθείαν στην εφημερίδα, να δώσει την αγγελία του, να παρακαλέσει, να επιμείνει να μπεί οπωσδήποτε στο αυριανό φύλλο....

Αντώνης Σαμαράκης

Τρίτη, 15 Μαΐου 2012

Το Χρώμα Του Φεγγαριού

Τα χρώματα

- Τι χρώμα έχει η λύπη; Ρώτησε το αστέρι την κερασιά και παραπάτησε στο ξέφτι κάποιου σύννεφου που περνούσε βιαστικά. Δεν άκουσες; Σε ρώτησα, τι χρώμα έχει η λύπη;
- Έχει το χρώμα που παίρνει η θάλασσα την ώρα που γέρνει ο ήλιος στη αγγαλιά της. Ένα βαθύ άγριο μπλέ.
- Τι χρώμα έχουν τα όνειρα;
- Τα όνειρα; Τα όνειρα έχουν το χρώμα του δειλινού.
- Τί χρώμα έχει η χαρά;
- Το χρώμα του μεσημεριού αστεράκι μου.
- Και η μοναξιά;
- Η μοναξιά έχει χρώμα μενεξεδί.
- Τι όμορφα που είναι τα χρώματα! Θα σου χαρίσω ένα ουράνιο τόξο, να το ρίχνεις επάνω σου όταν κρυώνεις.
- Το αστέρι έκλεισε τα ματια του και ακούμπησε στο φράχτη. Έμεινε κάμποσο εκεί και ξεκουράστηκε.
- Και η αγάπη; Ξέχασα να σε ρωτήσω, τι χρώμα έχει η αγάπη;
- ...Το χρώμα που έχουν τα μάτια του Θεού,απάντησε το δέντρο.
- Τι χρώμα έχει ο έρωτας;
- Ο έρωτας έχει το χρώμα του φεγγαριού, όταν είναι πανσέληνος.
- Έτσι ε; Ο έρωτας έχει το χρώμα του φεγγαριού, είπε τo αστέρι ... Κοίταξε μακριά στο κενό ... Και δάκρυσε ...
Ζω ...
- Δε φοβάσαι που θα πεθάνεις;
- Σήμερα πάντως ζω! Σου σφίγγω τα χέρια, σε κοιτάζω στα μάτια. Μήν αφήνεις ποτέ σου το σήμερα να μαραίνεται. Μην αφήνεις τη ζωή να χάνεται σαν την άμμο μέσα απo τα δάκτυλά σου. Ζήσε. Κατάλαβες; Ζήσε! Μη βάζεις το σήμερα ενέχυρο σ' αυτό που εννοούνε μερικοί μουχλιασμένο Αύριο. Το Σήμερα είναι δικό σου, φίλε. Αγάπησέ το!
Συγχωρώ!
- Δίνε το χέρι σου στον άλλο χωρίς να κρίνεις. Κάνε του λίγο χώρο μέσα σου να ξαποστάσει. Να πιεί μια γουλιά νερό. Σ' αυτό τον κόσμο, παλικάρι, όλοι έχουμε μερίδιο σε όλα. Μερίδιο στη χαρά, στα λάθη στην απόγνωση. Κι εσύ, θα 'ρθουν φορές που θα τα κάνεις θάλασσα στη ζωή σου. Ε! Δε θα σημάνει ποτέ γι' αυτό το τέλος του κόσμου! Εγώ είμαι γέρος, κι ακόμα κάποιες φορές τα κάνω θάλασσα. Δε βγαίνει με συνταγές η ζωή. Aντε στην υγειά σου!
Ελπίζω!
- Μην πικραίνεσαι, είπε. Και βούρκωσε. Είναι όμορφη η ζωή. Πιστεψέ με. Αξίζει να τη ζεί κανείς, έστω κι αν κάποτε γεμίζει πληγές. Σε νιώθω. Λες να μην τα ξέρω όλ' αυτά; Μα να θυμάσαι πάντα, φιλαράκο, πως αύριο ξημερώνει μια καινούρια μέρα. Δε σταματάει πουθενά η ζωή. Μη σε μπερδέψουνε κάτι κακομοίρηδες, που σφίγγουν σαν το παραδοσάκουλο της ψυχής τους. Κι ο άνθρωπος σαν τα δέντρα είναι. Ανθίζει, κάνει καρπούς, μαδάει, και πάλι απο την αρχή. Τωρα έχεις φουρτούνα εσύ, και δεν καταλαβαίνεις τίποτα. Φύλαξέ τα όμως στο μυαλό σου αυτά που ακούς. Δεν σου κάνω το δάσκαλο. Ένας γερο-ξεκούτης είμαι. Μα αυτά τα πράγματα έτσι γίνονται. Το ξέρω καλά. Αν θέλεις να φύγεις, φύγε. Κανείς δεν μπορεί να σε κρατήσει. Προχώρα όρθιος όμως. Έτσι; ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ....
- Aυριο θα 'ναι μια καινούρια μέρα, αγόρι μου. Πλύσου, χτενίσου, ψιθύρισε ένα τραγουδάκι και ξεκίνα. Δεν ξέρω τιποτ' άλλο να σου πω, Έζησα τόσα χρόνια σ'αυτή τη γη. Δεν αρνήθηκα ποτέ τα λάθη μου. Δε γουστάρω τους ανθρώπους που είναι ατσαλάκωτοι. Αξίζει να ζείς μέσα στη γυάλα, απο φόβο μην πληγωθείς; Ζήσε τη ζωή σου ελεύθερα. Κι όταν τσακίζεσαι, να 'χεις το θάρρος να λές: Με γεια μου με χαρά μου. Φτου κι από την αρχή τώρα. Όχι κακομοιριές και κλαψούρες. Η ζωή είναι όμορφη, παλικάρι μου, μόνο όταν την ζείς. Όταν κυλιέσαι μαζί της. Πότε σε λασπουριές και πότε σε ροδοπέταλα. Κράτα τις αναμνήσεις σου και προχώρα... Μια περιπλάνηση είναι το διάβα μας σ' αυτό το κόσμο. Μια περιπλάνηση ανάμεσα ουρανού και γής. Aντε να πιούμε και το τελευταίο. Έχω να σηκωθώ νωρίς αύριο. Πρέπει να κλαδέψω τις τριανταφυλλιές. Αλλιώς, πώς θα θυμάμαι το χαμόγελο αυτηνής της κακούργας της Μελπομένης;
Ποιός είναι ο δυνατός;
- Ποιός είναι ο δυνατός; Ρώτησε ξαφνικά το δέντρο.
- Αυτός που περπατά μέσα στη νύχτα μόνος του. Κι όμως, φοβάται τόσο το σκοτάδι. Αυτός που περιμένει στην πλαγιά τους λύκους. Κι ας τρέμει σαν το λαγό ακούγοντας τα ουρλιαχτά τους. Αυτός που γλιστράει, που γονατίζει, που γεμίζει λάσπες. Που χώνεται στο θολό ποτάμι ως το λαιμό. Και μια στιγμή, μέσα στο χαλασμό, απλώνει τα παγωμένα χέρια του, κόβει κίτρινες μαργαρίτες και στολίζει τα μαλλιά του. Αυτός είναι ο δυνατός.
Ένα κουκούλι έπεσε κείνη την ώρα στο χώμα κι έσπασε. Μια πολύχρωμη πεταλούδα πήδηξε από μέσα. Ξεδίπλωσε τα φτερά της και πέταξε γύρω από τις μυρτιές. Ύστερα κοντοστάθηκε, κοίταξε μια στιγμή στα μάτια το Θεό, και ψιθύρισε:
- Γειά σου! Τι όμορφος που είναι ο κόσμος σου!
 ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ...
«Πρόσεξε μην ξεχάσεις ποτέ πως η ζωή αγαπά αυτούς που την περιμένουν στη γωνία του δρόμου μ' ένα λουλούδι στο χέρι. Μπορεί να γονατίζεις, να σέρνεσαι, να ματώνεις. Ωραία! Δε χάλασε ο κόσμος. Έτσι συμβαίνει με τους ανθρώπους. Έχεις πάντα το καιρό να σηκωθείς. Τ' αγάλματα μόνο δε λυγάνε».
Ονειρεύονται... και ελπίζουν...
- Πες μου ένα χαρούμενο τραγούδι για την ζωή, είπε το δέντρο στ' αστέρι του.
- Το τραγούδι που λέει η καγκελόπορτα, όταν ανοίγει και μπαίνει κάποιος που αγαπάς.
- Δείξε μου ένα ακριβό στολίδι.
- Τα καράβια και τους Ινδιάνους με τα βέλη και τα πολύχρωμα φτερά, που είναι ζωγραφισμένα στους άσπρους τοίχους μιας καμαρούλας.
- Όμορφη βραδιά απόψε. Aκου, πως τραγουδάει το τριζόνι!
Σε λίγο θα βγεί ο Αυγερινός. Σε λίγο θα ξημερώσει. Κοίτα που ξεχάστηκε μια ξελογιασμένη καρδερίνα. Και ξαγρυπνά. Κοιτάζει το φεγγάρι. Και ονειρεύεται...
- Σε λίγο θα ξημερώσει... Κοίτα που ξεχάστηκαν κάποιοι ξελογιασμένοι άνθρωποι. Και ξαγρυπνούν. Κοιτάζουν το φεγγάρι. Κι ονειρεύονται... Ονειρεύονται και ελπίζουν..

Το Χρώμα του Φεγγαριού - Αλκυόνη Παπαδάκη
Πηγή: http://paramythimythiko.pblogs.gr/pages/2.html

Τρίτη, 8 Μαΐου 2012

Η προσευχή της ''καθαρής'' αγάπης..

''Μεγαλοδύναμε Κύριε, τον αγαπώ και δεν γίνεται να κάνω αλλιώς. Πάλεψα και δε γίνεται να ξεριζώσω μιαν αγάπη ριζωμένη, όπως δε γίνεται να φυτέψεις με τη βία στην καρδιά έναν έρωτα.
Μεγαλοδύναμε Κύριε, τον αγαπώ και δεν γίνεται να κάνω αλλιώς. Για αυτό δώσε μου τη δύναμη να τον αγαπώ έτσι όπως κανείς δεν με έχει διδάξει:
Να τον αγαπώ χωρίς προσδοκία, χωρίς απαίτηση, χωρίς σύγκριση, χωρίς παζάρι, χωρίς γκρίνια, χωρίς οργή, χωρίς αδημονία.
Να τον αγαπώ και να μην τον κατασκοπεύω, να μην τον εκβιάζω, να μη προσπαθώ να με θαυμάσει, να μη προσπαθώ να με λυπηθεί.
Να αποζητώ το καλό του όσο και το δικό μου καλό, και να μη θυμώνω όταν αυτά τα δύο δε συμπίπτουν.
Να αντέχω να περιμένω, να αντέχω να μη μοιάζει με ίνδαλμά μου, να αντέχω να μου ανατρέπει τα όνειρά μου.
Να δέχομαι να μη με καταλαβαίνει έτσι όπως το εννοώ εγώ. Να δέχομαι να μη τον καταλαβαίνω έτσι όπως το εννοώ εγώ. Να τον χαίρομαι περισσότερο από όσο του παραπονιέμαι, να τον χαίρομαι χωρίς να τον διορθώνω. Να τον θαυμάζω χωρίς να υπολογίζω πως θα τον κακομάθω. Να γίνομαι περισσότερο σπλαχνική παρά δίκαιη. Να μη του φωνάξω ποτέ πως μετάνιωσα.
Μεγαλοδύναμε φώτισέ με με την αγάπη την ελεύθερη, την αγάπη την σταυρωμένη. Να δραπετεύσω από την δυναστεία του έρωτά μου, από την αλαζονεία της γνώμης μου, από την ζητιανιά του κορμιού.
Να κάνω καρτερία στην απόρριψη, υπακοή σε αυτό που δεν καταλαβαίνω. Να λυγίζω στην άγνοια και την αδυναμία μου.
Να τον κερδίσω μονάχα αγαπώντας τον. Απλά και αληθινά. Απλά και ήσυχα. Αφού η αγάπη η καθαρή είναι πάντα, πάντα αμοιβαία. ''

Μάρω Βαμβουνάκη


Τρίτη, 1 Μαΐου 2012

Τι να είναι ο Έρωτας;

Τί είναι ο έρωτας; Πείτε μας έναν ορισμό για τον έρωτα.


  Η βραδιά ήταν γλυκειά, καλοκαιρινή. Στη φιλόξενη φιλική βεράντα μιας χαριτωμένης Αθηναίας με περιτριγύρισαν και απαιτούσαν να τους μιλήσω για τον έρωτα, περίμεναν να τους απαντήσω, λέει. Αλλά τους έχω ήδη απαντήσει στα βιβλία μου που έγραψα και τους απαντώ με κείνα που γράφω. Και το ζήτημα είναι τόσο μεγάλο, που θα τελειώσει η ζωή μου χωρίς να προλάβω να δώσω την απάντησή μου ως το τέλος, όπως έγινε με όλους τους άνδρες που γράψανε για τον έρωτα σ’ όλες τις γλώσσες του κόσμου, μέσα σ’ όλους τους αιώνες.
  Γιά, να δούμε λοιπόν σαν τι είναι αγάπη;
  Εγώ λέω, νά ‘ναι ένα λεπτό αγεράκι τ’ ουρανού, φυσημένο ως τη γη από τον ανθόκηπο του κλεισμένου παραδείσου. Μοσχοβολά από τα ρόδα του Θεού και κάνει τις καρδιές των ανθρώπων ν’ ανθίζουνε σαν τα λουλούδια, και να θυμούνται την κλειστή Εδέμ.
  Και λέω πάλι, νά ‘ναι ένας κεραυνός, μια γαλάζια γλώσσα φωτιάς, που σκίζει το στερέωμα, γλείφει βιαστικά το σκοτάδι και περνά μπρος από τα μάτια ενός βρέφους. Το παιδί που δεν ξαίρει, κοιτάζει με τα αθώα ματάκια του αυτό το καταπληκτικό άνθος της φωτιάς, που άνοιξε τα πέταλά του και πάλι βούλιαξε μέσα στο σκοτεινό ανθογιάλι του χάους. Και χαμογελά ευτυχισμένο προς το αστροπελέκι που πέρασε πλάϊ του. Ένα χέρι απλώνει μέσα στο σκοτάδι πάνω στο χέρι σου. Ένα χέρι μικρό, ντροπαλό και χαδιάρικο. Ακουμπάει πάνω στο καρπό του χεριού σου, εκεί σταματά όπως ένα πουλί που κουρνιάζει. Νιώθεις ένα ελαφρότατο τίκ-τίκ στην επιδερμίδα σου, σαν ένα μικροσκοπικό ρολογάκι που αρχίζει να μετρά τις ώρες της ευτυχίας. Είναι κάποια μικρή αρτηρία κάτω από τη σάρκα, που χτυπά τον ρυθμό μιας καρδιάς. Ένας σφιγμός. Όμως δεν ξέρεις πια, από ποιο χέρι είναι. Ούτε από ποια καρδιά. Αυτό είναι αγάπη.
Μια νύχτα χλιαρή, ένα δάσος που σουσουρίζει και αναστενάζει. Τα τριζόνια φωνάζουν αόρατα, τα κρυμμένα έντομα τρίβουν νωθρά τα έλυτρά των. Μια νύχτα χωρίς φεγγάρι, γεμάτη άστρα. Σε κάθε φύλλο, σε κάθε πευκοβέλονο κρεμάστηκε και κουνιέται ένα αστράκι. Είναι ένα πελώριο ελάτι που φορτώθηκε από αστέρια σαν να άνθισε. Τόσο που μοιάζει με Χριστουγεννιάτικο δένδρο. Η αγάπη περπατά κάτω από τις φυλλωσιές, περπατά και παραμιλά. Η νύχτα μιλά με όλες τις σιγανές φωνές της, η νύχτα κοιτάζει με όλα τα μάτια της. Τότε ένα μικρό πρόσωπο γέρνει και σε κοιτάζει από πολύ κοντά. Τόσο κοντά που σ’ αγγίζουν τα μαλλιά του και η πνοή του. Δυο μάτια χαμογελούν, μια σειρά δοντάκια φέγγουν μέσα στη νύχτα. Γύρω λοιπόν απ’ αυτό το κεφάλι γυρνάει ο ουρανός με όλα τα αστέρια του και με όλη τη δόξα του. Αυτό είναι αγάπη. Απλώνεις τα χέρια σου ν’ αγκαλιάσεις αυτό το προσωπάκι, αυτό το κεφάλι και αγκαλιάζεις όλη τη γαλάζια νύχτα, όλα τ’ αστέρια τ’ ουρανού κι όλα τα δέντρα του δάσους. Φιλάς δυο μάτια, και νιώθεις τα πλατιά τους ματόκλαδα να πεταρίζουν πάνω στα χείλη σου σαν δυο αιχμαλωτισμένες νυχτοπεταλούδες. Και φιλάς κατάστομα τον Αποσπερίτη το πιο γλυκό απ’ όλα τ’ αστέρια και τα νυχτολούλουδα τους καλοκαιριού. Και αυτό ακόμα είναι αγάπη.[…]

Στρατής Μυριβήλης

Απο τα
Λογοτεχνικά

Όχι μ' ένα πάταγο αλλά μ' ένα λυγμό...



Ποίηση T.S. Eliot,1925(The Hollow Men) 
Μελοποιημενο απο Ωχρα Σπειροχαιτη 
ΟΙ ΚΟΥΦΙΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ
........................... 
αυτοί που πέρασαν
με ολόισια μάτια, στου θανάτου το άλλο βασίλειο
μας θυμούνται -αν καθόλου μας θυμούνται-
σαν κούφιους ανθρώπους
σα βαλσαμωμένους
………………….. 
αυτό είναι σαν αυτό
στου θανάτου το άλλο βασίλειο
ξυπνώντας μόνοι
την ώρα που είμαστε
τρέμοντας με τρυφερότητα
χείλη που θα φιλούσαν
κάνουν προσευχές σε τσακισμένες πέτρες
…………………….
μεταξύ ιδέας και πραγματικότητας
μεταξύ κίνησης και δράσης
πέφτει η σκιά
 μεταξύ αντίληψης και δημιουργίας
πέφτει η σκιά 
η ζωή είναι πολύ μακριά 
μεταξύ πόθου και σπασμού
μεταξύ δύναμης και ύπαρξης
μεταξύ ουσίας και πτώσης
πέφτει η σκιά
γιατί δικό σου είναι το βασίλειο

γιατί δική σου είναι η ζωή
γιατί η ζωή σου είναι δική σου
δική σου

αυτός είναι ο τρόπος που τελειώνει ο κόσμος
όχι μ' ένα πάταγο αλλά μ' ένα λυγμό

Σάββατο, 21 Απριλίου 2012

Ν'αγαπάς, να ξεχνάς και να χαίρεσαι!



''Τα θεριά ν’ αγαπάς και τ’ ανήμερα,
Τα νησιά, τα ποτάμια, τ’ αστέρια..
Κι αν ποτέ σε πληγώσουν κατάστηθα,
Φίλοι, αγρίμια, λευκά περιστέρια..

Ν’ αγαπάς, να ξεχνάς και να χαίρεσαι,
Τη δική σου γαλήνη και ‘κείνα,
Που μ’ αγάπη το νου μας φωτίζουνε,
Και βλασταίνουν αμάραντα κρίνα..

Ν’ αγαπάς τα βουνά και τα πέλαγα,
Τους γνωστούς και τους άγνωρους τόπους,
Τα πουλιά, τα λουλούδια, τα σύννεφα,
Και πολύ ν’ αγαπάς τους ανθρώπους..!''


Υ.Γ.
Ν'αγαπάς, να ξεχνάς και να χαίρεσαι!!!
Κι ό,τι μας πλήγωσε, είναι που ήταν απρόσεκτο, άγουρο ίσως ακόμη, χαμένο στο μπερδεμένο του νου...
Γι'αυτό και δεν παύουμε να το αγαπάμε τότε, ακόμη πιο πολύ...!!!!!!
ΜΙΑ ΓΛΥΚΙΑ ΖΕΣΤΗ ΜΕΡΑ ΣΕ ΟΛΟΥΣ!!

Η λησμονιά


Όλος ο έρωτας  σ'ένα κύπελλο,
πλατύ σαν τη γη,
τον έρωτα με αστέρια και αγκάθια
σου έδωσα, αλλά περπάτησες
με μικρά πόδια, με βρώμικα τακούνια
στη φωτιά, σβήνοντάς τη.
Μεγάλε έρωτα, μικρή αγαπημένη!

Δεν σταμάτησα τον αγώνα.
Δε διέκοψα την πορεία μου για τη ζωή,
για την ειρήνη, για το ψωμί όλων,
αλλά σε σήκωσα στα μπράτσα μου
και σε καθήλωσα με τα φιλιά μου
και σε κοίταξα όπως ποτέ
ανθρώπινα μάτια δεν θα γυρίσουν να σε κοιτάξουν.

Μεγάλε έρωτα, μικρή αγαπημένη!

Τότε δε μέτρησες το ανάστημά μου,
και τον άντρα που για σε απομάκρυνε
το αίμα, το σιτάρι, το νερό
ταύτισες
με το μικρό έντομο που έπεσε στο φουστάνι σου.

Μεγάλε έρωτα, μικρή αγαπημένη!

Μην ελπίζεις να σε παρατηρώ από απόσταση
προς τα πισω μέινε
με αυτό που άφησα σε σένα, περπάτα
με την προδομένη φωτογραφία μου,
εγώ θα συνεχίσω να περπατώ,
ανοίγοντας πλατείς δρόμους αντίθετα στη σκιά, κάνοντας
γλυκιά τη ζωή, μοιράζοντας
το αστέρι σε όποιον έρχεται.
Μείνε στο δρόμο
Για σένα έφτασε η νύχτα.
ίσως την ανατολή
θα ιδωθούμε πάλι.

Μεγάλε έρωτα, μικρή αγαπημένη!

Pablo Neruda

Κυριακή, 8 Απριλίου 2012

Αγαπημένη φωτογραφία...



«Η καθημερινότητα είναι συναρπαστική, γεμάτη από μικρά θαύματα. Κανένας δεν μπορεί να αποδώσει τη γοητεία του απρόσμενου που γεννιέται στον δρόμο», συνήθιζε να λέει ο Ρομπέρ Ντουανό. Η δική του διάσημη φωτογραφία των δύο ερωτευμένων, που φιλιούνται έξω από το Hotel de Ville, μας διηγείται μια ιστορία από το Παρίσι του '50...

Τετάρτη, 4 Απριλίου 2012

ΟΥΛΟΙ ΜΑΖΙ ΚΙ Ο ΕΡΩΤΑΣ

''Ούλοι μαζί κι ο ερωτάς ήσαν πράγματα πολύ αμφίβολα, απίθανα. Παραλίγο να μην ήσαν καθόλου.
Ενώ αυτός ήταν ένας άνθρωπος καλότατος, μιά ψυχή προζύμι. Είναι βέβαιο.
Έβλεπε όνειρα κωμικά και ωραία–ήσυχα σαν στη γυάλα νεράκι, ενώ αυτούνου, πάντα η σκέψη του εγελούσε...
Κουφός –και μουγκός– καθώς ήταν, έβλεπε ούλα τα πράγματα –τους ανθρώπους, τ' αντικείμενα– σαν στο βάθος μιας σκηνής τοποθετημένα, να παίζουν το καθένα το ρόλο του, κάτι ρόλους κωμικούς φασουλήστικους, έτσι να κάνουν το καθένα τις δουλειές του, κάτι δουλειές δίχως νόημα –δίχως φωνή– και χωρίς σκέψη.
Ούλα τα πράγματα (στην ίδια σειρά) δίχως όνομα –οι ανθρώποι, τα ζώα, τα πράγματα– δίχως άλλο γνώρισμα πάρεξ μόνο το σχήμα και (προς απόκου) το βάρος τους, ήσαν τόσο κοινά και γελοία μπροστά του –τόσο κατώτερα– που έφτανε ως και να τα λυπάται στην ψυχή του, ως και να παίζει ακόμα, έφτανε, με την ακυβερνησία τους, με την ευπιστία που είχανε, μ' αυτήν την κυριαρχία που αυτός μπορούσε και εξασκούσε απάνω τους, κάνοντας από μακριά να σταματάνε οι άνθρωποι (ή τα ζώα) χωρίς αυτός διόλου να τ' αγγίξει μπορώντας να τους αλλάξει ακόμα και το δρόμο τους –δεξιά αριστερά όπως ήθελε– να τους κάνει νάρχονται απάνω του.
Τί μαγική δύναμη που στην είχε! Και τόξερε. Τόξερε ότι της φύσης ήταν αυτός προνομιούχος κ' ευνοούμενος, ο «άνθρωπος-θαύμα !» – κατά που λέμε...
Έκρουε τα χέρια του ή φύσαε με τη μύτη κ' οι άλλοι ταράζονταν, ανησυχούσαν, κοίταζαν ξωπίσω τους, στέκονταν.
Τα μάτια τους, τα χείλη τους κινιώσαν. Χειρονομούσαν μπροστά του, μη μπορώντας να μαντέψουν τη σκέψη του, μη ξέροντας τί έπρεπε να κάμουν, έτσι αμήχανοι, κουτοί, αξιολύπητοι κι αστείοι.
Χα, χα, τί ωραία !...
Τα τραίνα, τα κάρρα τούς τάραζαν, τους έκαναν να σκεπάζουν με τις απαλάμες τους τ' αφτιά τους. Η αστραπή τούς χαντάκωνε –ενώ γι' αυτόν ούλα αυτά– ήσαν όμορφα και διάβαιναν σαν ζουγραφιές λαφριά κι ανάηχα, χωρίς κακία, χωρίς θορύβους, χωρίς βάρος.
Αυτοί, τί διάλο επάθαιναν και λάκαγαν ; Τί κάθε τόσο ανοιγόκλειναν το στόμα;
Τα χέρια τους, τα χέρια αυτά τα πολύτιμα, τα δάχτυλα που με δαύτα αυτός θα μπόραε να παραστήσει ούλα τα πράγματα, το πιο μικρό ως το πιο μεγάλο, το πιο σκληρό ως το πιο τρυφερότερο, απ' το χνούδι του δαμάσκηνου ως του βάτραχου το μούδιασμα, τα λουλούδια και τη θάλασσα, τ' άστρα και το φεγγάρι, αυτοί –ώ αυτοί– τ' άφιναν να κρέμονται άπραγα σαν ξύλα.
Σαν ξύλα ορέ τα δάχτυλα, ενώ απ' την άλλη μεριά σκοτώνονταν να συνεννοηθούνε μεταξύ τους, να μπουν στην έννοια των πραγμάτων, να μεταδώσουν τις γνώμες τους στους άλλους.
Υπολείπονταν τόσο, που λιγάκι ακόμα και θα τους έπαιρνε αντάμα του το τίποτα. Δεν θάσαν – δε θα ύπαρχαν.
Δούλευαν τα χείλη τους –επί ώρες ολόκληρες– σαν νάταν δυνατό να παραστήσουν μ' αυτά το δαχτυλίδι, το ψάρι, το άρωμα, να δώσουν την ιδέα του σωστού ή του λειψού, του καλού ή του κακού, του πόθου ή του έρωτα, την ίδια την υφή προσώπων, των αντικείμενων, το σχήμα, ή την καρικατούρα του Προέδρου.
Ως φαίνεσται κάποιο ελάττωμα θάχε το κακόμοιρο μυαλό τους και δεν ένιωθαν τ' ήταν μπορούμενο και πρέπο, πώς να βρουν το ντόρο της σωτηρίας τους, πώς να μπουν στο απλούστατο νόημα του βίου.
Μα ήσαν για γέλια.
Έχοντας χωρίς άλλο μεγάλη ατέλεια του νου έκαναν κάτι πράματα κωμικά και ακατανόητα.
Γρατσουνάγαν κάτι κούφια ξύλα με χορδές, ξεμαγουλιάζονταν φυσώντας σε χωνιά με κάτι τρύπες ! Παίζανε τα δάχτυλα, κρούανε τα χέρια. Θεέ μου, κάτι πράματα! Σιγά σιγά τρεμολυγιόντουσαν στις θέσεις τους. Σπασμοί και γκριμάτσες τους παραμόρφωναν τα μούτρα τους !
Τότες –Θεέ μου τί αστένεια– κάποια τρέλλα, σαν μανία τους ασήκωνε. Πιάνονταν ούλοι μαζί χέρι με χέρι και γυρνόφερναν στον τόπο. Ξέφρενοι γίνονταν και μάνιαζαν. Ανοιγόκλειναν –σα να ξεψύχαγαν– τα στόματα και γλάρωναν τα μάτια. Πήδαγαν σαν να πατούσαν ξυπόλυτοι στα κάρβουνα, χτύπαγαν με το χέρι τους τις φτέρνες. Τί λύπη! Τί λύπη!
Μη έχοντας όμως άλλον όμοιον του, είχε κι αυτός έναν φίλο από δαύτους.
Κι αυτόν –όπως όλους τους– τον τρώγανε τ' αφτιά του.
Έσγουβαν στ' αυτί του και κουνούσαν πα σε δαύτο τις χειλάρες τους. Τον έβλεπες τότε να θωρεί ομπρός του, να γελάει. Τί να γίνονταν μέσα του; Κρίμα!
Τέτοιον μουρλόν, σκαρταδιασμένον κι αυτόν, αξιολύπητον, τον έκανε παρέα. Κι ας τ' άρεσε να τον πειράζει. Ποιός; Ένας μουρλός!
Πάντα και την ίδια ιστορία τ' αρχινούσε.
Κούναε τα χείλη του, ίδρωνε να του παραστήσει τις ιδέες. Έπαιρνε το μολύβι και όλο του τάγραφε. Πάνω στο στράτσο τού τα σκέδιαζε, με χαρακιές και παραστάσες... Βλέπεις τα δάχτυλα τάχε για ομορφιά! Και δόστου νάχει:
Έκανε ένα σπιτάκι πρώτα, με μπαλκονάκι και σκαλίτσα. Μιά πορτίτσα πάνω, μιά πορτίτσα κάτω. Έπειτα από δυό παραθυράκια δεξά κι αριστερά στην κάθε μιά. Έκανε ένα δεντράκι, κι απ' όξω έκανε μιά κόρη –τόση δα– τάχα πως στέκει στην πορτίτσα.
Έτσι αυτός το γνώριζε ευτύς. Ήταν το σπίτι τού παπά και η κόρη του –τάχατες– στην πόρτα.
Τότες αυτός καταλάβαινε κ' έφευγε. Γρήγορα γρήγορα πάγαινε. Και καθώς πάγαινε σκεφτόταν.
Σκέφτονταν ούλη μέρα ως που νύχτωνε κι ως που έπεφτε για ύπνο· σκέφτονταν ακόμα.
Με τα μάτια ανοιχτά στο σκοτάδι, τάβλεπε ούλα ομπρός του, το σπιτάκι, την σκαλίτσα, την κόρη.
Έτσι μικροσκοπικά όπως του τα παράσταινε στο χαρτί με το μολύβι ο φίλος του, έτσι τοσαδούτσικα ούλα, μικρουλάκια, νινίστικα, κουκλίσια.
Τάβλεπε!
Δίχως άλλη αποδείξη της ύπαρξης τους εξόν απ' την ανάμνηση, χωρίς φωνή, μ' ελαττωμένο –στην συνείδησή του– το βάρος των πραγμάτων, ήσαν αυτά ούλα βουβά κι αλαφρά κ' επίπεδα, σαν οι φωτογραφίες και το ψέμα. Σχεδόν σαν ένα τίποτα...
Η σκέψη του φαιδρή –δίχως την αίστηση του κρότου– ανύποπτη, παιγνιδιάρα και απλή, ενεργούσε ελεύτερα μέσα σε κόσμον άφωνο, πολύ ευχάριστον να πούμε.
Και σκέφτονταν.
Νάταν κι αυτός ελαττωματικός –μουρλός– σαν τον άλλον, τον φίλο του, τί καλά που θα 'ρχόντουσαν. Άχ τί καλά.
Να θ' ανέβαινε.
Πατώντας κι αυτός στα νύχια (!) –όπως έκανε κι ο φίλος του– σκαλί το σκαλί θ' ανέβαινε τη σκαλίτσα, σκαλάκι το σκαλάκι θα κατέβαινε και κείνη. Ώ εκείνη!
Κι όταν θα φτάναν ο ένας απέναντι στον άλλον, πρόσωπο με πρόσωπο –ψυχή μου!– έχοντας κι αυτός τα χέρια του χωμένα μες στις τσέπες του, θάνοιγε και θάκλεινε το στόμα του.
Τρεις φορές, χάμ χάμ χάμ ίσον : σ' αγαπώ, σ' αγαπώ, σ' αγαπώ. Κ' ευτύς άλλες τρεις, χάμ χάμ χάμ. Κι άλλες τρεις κι άλλες τρεις. Όποιος καθήσει με γκαβούς θα γκαβίσει. Μπορεί νάταν μάγια. Όμως αυτός θα μπόραε το «σ' αγαπώ, σ' αγαπώ, σ' αγαπώ», να της τόδινε, με τη μαεστρία των δακτυλώ του θεία φχιαγμένο... Αχ, τί νάκανε; Να πήγαινε;
Ποιός ξέρει.
Μπορεί, ανοιγοκλείνοντας το στόμα του να πείθονταν αυτή – ώωω ήταν βέβαιο! Έτσι κι ο φίλος του δε θάκανε;
Μηγάρις τα μωρά δεν ξεγελιούνται με κουμπιά και με γυαλάκια; Μηδά με μιά φούσκα αηβασιλιάτικη δεν κάνεις τους πιτσιρίκους να πηδάνε;
Αυτό θάκανε. Κι ας με τα δάχτυλα του αυτός θα μπόραε να της διατυπώσει σαν μπούρμπουλας τους πόθους του να τους της κάμει αραχνοΰφαντους σαν κείνους της Ίσιδας τους πέπλους. Μόνο;
Να της παραστήσει τις γαρδένιες, τους ανέμους και την πάχνη. Τις πεταλούδες που ασηκώθηκαν ούλες μαζί ένα βράδυ απ' τα γεράνια. Την ψιχάλα που λάμπει στον αέρα όταν σκάζει το κύμα. Την χρυσόσκονη που αφήνει η πεταλούδα πα στα τζάμια. Τις τριχούλες που κατσαρώνουν στ' αφάλι του ροϊδιού.
Μα τί, αυτή έτσι, δεν θα πείθονταν. Τόξερε.
Θα τον φασκέλωνε –όπως πάντα– και θα τον έφτυνε κι απέ θάφευγε λιγωμένη στα γελάκια...
Ενώ έτσι, χάμ χάμ χάμ, τί θα μπόραε να κάμει; Ορίστε; Τίποτα.
Ελκυσμένη, μαγεμένη, ανάστατη θαρχόταν καταπάνω του.
Θα της βάφονταν κόκκινα τα μαγουλά της, θα λάμπαν και τα μάτια της σαν άστρα.
Ένα ένα τα σκαλάκια θα κατέβαινε, δυό-δυό θα τ' ανέβαινε και δαύτος.
Κι όταν θα φτάναν –πρόσωπο με πρόσωπο– θ' ανοιγόκλεινε κι αυτή το στόμα της – ποιός ξέρει τί θέλοντας ακριβώς να παραστήσει. Ακριβώς, όπως ίσως, έκανε στον φίλο του. Χάμ χάμ χάμ, τρεις φορές. Κ' ευτύς άλλες τρεις. Κι άλλες τρεις.
Τότε αυτός θα την αγκάλιαζε! Θα την έσφιγγε περίποθα στα μπράτσα του. Θάχωνε το χέρι του στον κόρφο της. Στο σβέρκο θα τη δάγκωνε ! Χα, χα τί ωραία !...
Κ' έτσι έκαμε!
Μα –παράξενο πράμα– αυτή δεν πείστηκε.
Τον φασκέλωσε –όπως έκανε πάντα– και τον έφτυσε κι απέ έφυγε λιγωμένη μες στα γέλια!
Κι αυτός τότε κατάλαβε.
Γρήγορα γρήγορα πάγαινε. Και καθώς πάγαινε σκεφτόταν.
Σκεφτόταν ούλη μέρα ως που νύχτωσε κι ως που έπεσε για ύπνο. Μα πού ύπνος.
Με τα μάτια ανοιχτά στο σκοτάδι τάβλεπε ούλα ομπρός του, το σπιτάκι, την σκαλίτσα και την κόρη.
Έτσι μικροσκοπικά, ως του τα σκέδιασε, σε κείνο το χαρτάκι, ο χάμ χάμ χάμας. Τοσαδούτσικα, ούλα μικρουλάκια, κουκλίστικα. Κ' επίπεδα, σαν φωτογραφίες και σαν ψέματα. Σκεδόν σαν ένα τίποτα...''

Γιάννης Σκαρίμπας

Πέμπτη, 29 Μαρτίου 2012

Στης λήθης το πηγάδι...

Της παπαρούνας τον ανθό, να μην τον εμυρίσεις,
Γιατί σε μένα μάτια μου, μια μέρα θα γυρίσεις..

Να μου γυρέψεις τη φωτιά, και του τρελού το χάδι,
Πάντα ζητούσες τα φιλιά, που αφήνουνε σημάδι..

Τα χάδια μου τα πέταξα, στης λήθης το πηγάδι,
Να μην τα βρουν οι αγκαλιές, που βγαίνουνε σεργιάνι..

Με διαβατάρικα πουλιά, έρωτα να μην πιάνεις,
Γιατί είναι διαβατάρικα, και γρήγορα τα χάνεις..

Και σου κουρσεύουν τη λαλιά, κι ανάσα πια δεν έχεις,
Κι όλο γυρίζεις το πρωί, χάιδι να μου γυρεύεις..

Τα χάδια μου τα πέταξα, στης λήθης το πηγάδι,
Να μην τα βρουν οι αγκαλιές, που βγαίνουνε σεργιάνι...

Στίχοι-Μουσική: Μίλτος Πασχαλίδης
Ερμηνεία: Γιάννης Χαρούλης

Δευτέρα, 26 Μαρτίου 2012

Αὐτονεκρολογία

Μισὸν αἰῶνα πάλευα κι ἀπάνου
γιὰ λευτεριὰ δικιά μου καὶ τῶν ἄλλων,
κι ὅλο πιότερο μ᾿ ἔπνιγεν ὁ βρόχος,
κι οἱ γενναῖοι, ποὺ μὲ πνίγανε, πιὸ δοῦλοι.

Μὲ μπουκῶναν μωρὸ «Μεγάλη Ἰδέα»
κρύβοντάς μου τὸν πιὸ αἱμοβόρο ὀχτρό μου:
νά ῾μαι τοῦ ξένου ὁ πάτος, νὰ μισῶ
καὶ νὰ καταφρονῶ τ᾿ ἀνόσιο πλῆθος.

Τὰ σκολειά μου τὰ κλείνανε τὰ μάτια.
Μοῦ τ᾿ ἄνοιγαν ἡ ζούγκλα τῶν Ὀλίγων
καὶ τὰ «καταραμένα» τὰ βιβλία.
Κι ὁλάνοιχτ᾿ ἀπομεῖναν ὡς τὸ τέλος.

Ὅσο τὰ χρόνια ἀσπρίζαν στὴν κορφή μου,
τόσο βαθιὰ μοῦ μάτωνεν ἡ ἐλπίδα.
Μάθαινα πὼς ἡ ἀγάπη εἶναι δειλία
κι ἡ καλοσύνη ἀγιάτρευτο κακό.

Ἥρωας δὲν ἤμουν, μ᾿ ἔκαμνεν ὁ φόβος
(ἢ θὰ σκοτώσεις ἢ θὰ σκοτωθεῖς)
νὰ μεγαλώνω τὴ γλυκιὰ πατρίδα
καὶ νὰ μικραίνω τὸ φτωχὸ λαό.

Νὰ γελιέμαι πὼς ζῶ, ξεπόρτιζα ἔξω.
Κάθε πατημασιά μου καὶ πληγή.
Πιανόμουν ἀπὸ κάγκελα καὶ πόρτες
μὴν πέσω – τὸ κουφάρι μου κι ὄχι ἐγώ!

Μ᾿ ἄφησαν ὅλοι στὰ κακὰ ὑστερνά μου:
γυναῖκες, συγγενάδια, ἄσπονδοι φίλοι.
Κανεὶς νὰ μὲ βαστάει, νὰν τοῦ μιλάω.
Μιλοῦσα μοναχὸς δίχως ν᾿ ἀκούω.

Μὲ βρήκανε στὸ τέλος ξυλιασμένον
τρεῖς μέρες στὸ ντιβάνι μου ἀπομόναχο,
μὲ τὰ μάτια ἀνοιχτὰ καὶ στηλωμένα
κατὰ σένα, ὅπως πάντα, Ἀνατολή.

Οἱ πεθαμενατζῆδες μεθυσμένοι
βλαστημοῦσαν, ὅπως μὲ κατεβάζαν
τυλιγμένον σὲ μία παλιοκουβέρτα,
ὄροφοι πέντε καὶ σκαλιὰ ἐνενῆντα!

Κι ἢ ραχοκοκαλιὰ νὰ μὴ λυγάει
γιὰ νὰ τοὺς εὐκολύνει στὴ δουλειά τους.
Δὲν τό ῾μάθε κανένας. Τ᾿ ὄνομά μου
μήτ᾿ ἐγὼ δὲν τὸ λέω καὶ δὲν τὸ γράφω.

Τὰ μπουκωμένα στόματ᾿ ἀλυχτῆσαν:
–καλότυχοι, ἕνας Βούργαρος λιγότερο!
–κακότυχοι, ποὺ δὲν τόνε προλάβαμε!
–κόβουμ᾿ ἕναν, φυτρώνουνε σαράντα!

Εὐχαριστῶ σας, γερατειὰ καὶ πόνοι,
ποὺ ἐσεῖς μὲ ξαποστείλατε, ὄχι ὁ Νόμος
(δυὸ φορὲς «ἐπ᾿ ἐσχάτῃ προδοσίᾳ»!).
Κι οὔτε μὲ πολτοποίησε στὴ λάσπη
ἕνα τρίκυκλο ἀθῷο («τροχαῖον ἀτύχημα»!).
Ρίχτε με τώρα στὰ βαθιὰ τῆς θάλασσας.
Τ᾿ ἀδούλωτα κορμιὰ δὲ βρίσκουν οὔτε
μιᾶς πιθαμῆς Ἑλλάδα νὰ ἡσυχάσουν!

Νοέμβρης 1968
Κ.Βάρναλης