Mοιράζομαι όμορφες σκέψεις, εικόνες, ήχους, που διάβασα, είδα, αφουγκράστηκα αλλού και καταθέτω εδώ...



Παρασκευή 16 Μαρτίου 2012

Λέξη...να σε δένει...με την αοριστία...

Μίλα.  Πὲς κάτι, ὁτιδήποτε.
Μόνο μὴ στέκεις σὰν ἀτσάλινη ἀπουσία.
Διάλεξε ἔστω κάποια λέξη,
ποὺ νὰ σὲ δένει πιὸ σφιχτὰ μὲ τὴν ἀοριστία.
Πές: «ἄδικα», «δέντρο», «γυμνό».
Πές: «θὰ δοῦμε», «ἀστάθμητο», «βάρος».
Ὑπάρχουν τόσες λέξεις ποὺ ὀνειρεύονται
μιὰ σύντομη, ἄδετη, ζωὴ μὲ τὴ φωνή σου.
Μίλα.
Ἔχουμε τόση θάλασσα μπροστά μας.
Ἐκεῖ ποὺ τελειώνουμε ἐμεῖς
ἀρχίζει ἡ θάλασσα.
Πὲς κάτι.
Πὲς «κῦμα», ποὺ δὲν στέκεται.
Πὲς «βάρκα», ποὺ βουλιάζει
ἂν τὴν παραφορτώσεις μὲ προθέσεις.
Πὲς «στιγμή»,
ποὺ φωνάζει βοήθεια ὅτι πνίγεται,
μὴν τὴ σῴζεις, πὲς «δὲν ἄκουσα».
Μίλα.
Οἱ λέξεις ἔχουν ἔχθρες μεταξύ τους,
ἔχουν τοὺς ἀνταγωνισμούς:
ἂν κάποια ἀπ᾿ αὐτὲς σὲ αἰχμαλωτίσει,
σ᾿ ἐλευθερώνει ἄλλη.
Τράβα μία λέξη ἀπ᾿ τὴ νύχτα
στὴν τύχη.
Ὁλόκληρη νύχτα στὴν τύχη.
Μὴ λὲς «ὁλόκληρη», πὲς «ἐλάχιστη»,
ποὺ σ᾿ ἀφήνει νὰ φύγεις.
Ἐλάχιστη αἴσθηση,
λύπη ὁλόκληρη δική μου.
Ὁλόκληρη νύχτα.
Μίλα.
Πὲς «ἀστέρι», ποὺ σβήνει.
Δὲν λιγοστεύει ἡ σιωπὴ μὲ μιὰ λέξη.
Πὲς «πέτρα», ποὺ εἶναι ἄσπαστη λέξη.
Ἔτσι, ἴσα ἴσα, νὰ βάλω ἕναν τίτλο
σ᾿ αὐτὴ τὴ βόλτα τὴν παραθαλάσσια

Περιφραστική πέτρα - Κική Δημουλά

Κυριακή 11 Μαρτίου 2012

Η συγκίνηση της άμμου...


Η κοπέλα αυτή, που εντελώς τυχαία ανακάλυψα πριν δύο χρόνια, έχει ένα μοναδικό τρόπο, 
να με συγκινεί με την τέχνη της... 
Το μοιράζομαι μαζί σας με αγάπη..! :-)

Τετάρτη 7 Μαρτίου 2012

''Έχεις μια γεύση τρικυμίας στα χείλη...''

Εχεις μια γεύση τρικυμίας στα χείλη - Μα που γύριζες
Ολημερίς τη σκληρή ρέμβη της πέτρας και της θάλασσας
Αετοφόρος άνεμος γύμνωσε τους λόφους
Γύμνωσε την επιθυμία σου ως το κόκαλο
Κι οι κόρες των ματιών σου πήρανε τη σκυτάλη της
Χίμαι...ρας
Ριγώνοντας μ' αφρό τη θύμηση!
Που είναι η γνώριμη ανηφοριά του μικρού Σεπτεμβρίου
Στο κοκκινόχωμα όπου έπαιζες θωρώντας προς τα κάτω
Τους βαθιούς κυαμώνες των άλλων κοριτσιών
Τις γωνιές όπου οι φίλες σου άφηναν αγκαλιές τα δυο-
σμαρίνια

- Μα που γύριζες
Ολονυχτίς τη σκληρή ρέμβη της πέτρας και της θάλασσας
Σού 'λεγα να μετράς μέσ' στο γδυτό νερό τις φωτεινές του
μέρες
Ανάσκελη να χαίρεσαι την αυγή των πραγμάτων
Η πάλι να γυρνάς κίτρινους κάμπους
Μ' ένα τριφύλλι φως στο στήθος σου ηρωίδα ιάμβου.

Εχεις μια γεύση τρικυμίας στα χείλη
Κι ένα φόρεμα κόκκινο σαν το αίμα
Βαθιά μέσ' στο χρυσάφι του καλοκαιριού
Και τ' άρωμα των γυακίνθων - Μα που γύριζες

Κατεβαίνοντας προς τους γιαλούς τους κόλπους με τα
βότσαλα
Ηταν εκεί ένα κρύο αρμυρό θαλασσόχορτο
Μα πιο βαθιά ένα ανθρώπινο αίσθημα που μάτωνε
Κι άνοιγες μ' έκπληξη τα χέρια σου λέγοντας τ' όνομα του
Ανεβαίνοντας ανάλαφρα ως τη διαύγεια των βυθών
Οπου σελάγιζε ο δικός σου ο αστερίας.

Ακουσε, ο λόγος είναι των στερνών η φρόνηση
Κι ο χρόνος γλύπτης των ανθρώπων παράφορος
Κι ο ήλιος στέκεται από πάνω του θηρίο ελπίδας
Κι εσύ πιο κοντά του σφίγγεις έναν έρωτα
Εχοντας μια πικρή γεύση τρικυμίας στα χείλη.

Δεν είναι για να λογαριάζεις γαλανή ως το κόκκαλο άλλο
καλοκαίρι
Για ν' αλλάξουνε ρέμα τα ποτάμια
Και να σε πάνε πίσω στη μητέρα τους,
Για να ξαναφιλήσεις άλλες κερασιές
Η για να πας καβάλα στο μαϊστρο

Στυλωμένη στους βράχους δίχως χτες και αύριο,
Στους κινδύνους των βράχων με τη χτενισιά της θύελλας
Θ' αποχαιρετήσεις το αίνιγμά σου.

''Η Μαρίνα των βράχων'' - Ο.Ελύτης

Δευτέρα 5 Μαρτίου 2012

Θα'ρθει τούτη η ώρα;

Ἀπὸ τὴ νέα πληγὴ ποὺ μ᾿ ἄνοιξεν ἡ μοίρα, ἔμπαιν᾿ ὁ ἥλιος, θαρροῦσα, στὴν καρδιά μου
μὲ τόση ὁρμή, καθὼς βασίλευε, ὅπως ἀπὸ ραγισματιὰν αἰφνίδια,
μπαίνει τὸ κύμα σὲ καράβι π᾿ ὁλοένα βουλιάζει.

Γιὰ ἐκεῖνο πιὰ τὸ δείλι, σὰν ἄρρωστος, καιρό, ποὺ πρωτοβγαίνει ν᾿ ἀρμέξει ζωὴ
ἀπ᾿ τὸν ἔξω κόσμον, ἤμουν περπατητὴς μοναχικὸς στὸ δρόμο
ποὺ ξεκινᾶ ἀπὸ τὴν Ἀθήνα κ᾿ ἔχει σημάδι του ἱερὸ τὴν Ἐλευσίνα.
Τί ἦταν γιὰ μένα αὐτὸς ὁ δρόμος πάντα σὰ δρόμος τῆς Ψυχῆς

Φανερωμένος μεγάλος ποταμός, κυλοῦσε ἐδῶθε ἀργὰ συρμένα ἀπὸ τὰ βόδια
ἁμάξια γεμάτα ἀθεμωνιὲς ἢ ξύλα, κι ἄλλα ἁμάξια, γοργὰ ποὺ προσπερνοῦσαν,
μὲ τοὺς ἀνθρώπους μέσα τοὺς σὰν ἴσκιους.

Μὰ παραπέρα, σὰ νὰ χάθη ὁ κόσμος κ᾿ ἔμειν᾿ ἡ φύση μόνη, ὥρα κι ὥρα
μίαν ἡσυχία βασίλεψε.
K᾿ ἡ πέτρα π᾿ ἀντίκρισα σὲ μία ἄκρη ριζωμένη, θρονί μου φάνη
μοιραμένο μου ἦταν ἀπ᾿ τοὺς αἰῶνες. K᾿ ἔπλεξα τὰ χέρια,
σὰν κάθισα, στὰ γόνατα, ξεχνώντας ἂν κίνησα τὴ μέρα αὐτὴ
ἢ ἂν πῆρα αἰῶνες πίσω αὐτὸ τὸν ἴδιο δρόμο. Μὰ νά·
στὴν ἡσυχία αὐτή, ἀπ᾿ τὸ γύρο τὸν κοντινό, προβάλανε τρεῖς ἴσκιοι.

Ἕνας Ἀτσίγγανος ἀγνάντια ἐρχόταν, καὶ πίσωθέ του ἀκλούθααν,
μ᾿ ἁλυσίδες συρμένες, δυὸ ἀργοβάδιστες ἀρκοῦδες.
Καὶ νά· ὡς σὲ λίγο ζύγωσαν μπροστά μου καὶ μ᾿ εἶδε ὁ Γύφτος,
πρὶν καλὰ προφτάσω νὰ τὸν κοιτάξω, τράβηξε ἀπ᾿ τὸν ὦμο τὸ ντέφι
καί, χτυπώντας το μὲ τό ῾να χέρι, μὲ τ᾿ ἄλλον ἔσυρε μὲ βία τὶς ἁλυσίδες.

K᾿ οἱ δυὸ ἀρκοῦδες τότε στὰ δυό τους σκώθηκαν, βαριά.
Ἡ μία, (ἤτανε ἡ μάνα, φανερά), ἡ μεγάλη, μὲ πλεχτὲς χάντρες
ὅλο στολισμένο τὸ μέτωπο γαλάζιες, κι ἀπὸ πάνω μίαν ἄσπρη ἀβασκαντήρα, ἀνασηκώθη ξάφνου τρανή, σὰν προαιώνιο νά ῾ταν ξόανο Μεγάλης Θεᾶς,
τῆς αἰώνιας Μάνας, αὐτῆς τῆς ἴδιας ποὺ ἱερὰ θλιμμένη,
μὲ τὸν καιρὸν ὡς πῆρε ἀνθρώπινη ὄψη,
γιὰ τὸν καημὸ τῆς κόρης της λεγόνταν Δήμητρα ἐδῶ,
γιὰ τὸν καημὸ τοῦ γιοῦ της πιὸ πέρα ἦταν Ἀλκμήνη ἢ Παναγία.

Καὶ τὸ μικρὸ στὸ πλάγι της ἀρκούδι, σὰ μεγάλο παιχνίδι, σὰν ἀνίδεο μικρὸ παιδί,
ἀνασκώθηκε κ᾿ ἐκεῖνο ὑπάκοο, μὴ μαντεύοντας ἀκόματοῦ πόνου του τὸ μάκρος,
καὶ τὴν πίκρα τῆς σκλαβιᾶς, ποὺ καθρέφτιζεν ἡ μάναστὰ δυὸ πυρά της
ποὺ τὸ κοίτααν μάτια!
ὁ Γύφτος, μ᾿ ἕνα῾πιδέξιο τράβηγμα τῆς ἁλυσίδας στοῦ μικροῦ τὸ ρουθούνι, ματωμένο ἀκόμα ἀπ᾿ τὸ χαλκὰ ποὺ λίγες μέρες φαινόνταν πὼς τοῦ τρύπησεν,
αἰφνίδια τὴν ἔκαμε, μουγκρίζοντας μὲ πόνο, νὰ ὀρθώνεται ψηλά,
πρὸς τὸ παιδί της γυρνώντας τὸ κεφάλι, καὶ νὰ ὀρχιέται ζωηρά.
Ἀλλ᾿ ὡς ἀπὸ τὸν κάματον ἐκείνη ὀκνοῦσε νὰ χορέψει,

K᾿ ἐγώ, ὡς ἐκοίταζα, τραβοῦσα ἔξω ἀπ᾿ τὸ χρόνο, μακριὰ ἀπ᾿ τὸ χρόνο,
ἐλεύτερος ἀπὸ μορφὲς κλεισμένες στὸν καιρό, ἀπὸ ἀγάλματα κ᾿ εἰκόνες·
ἤμουν ἔξω, ἤμουν ἔξω ἀπὸ τὸ χρόνο. Μὰ μπροστά μου, ὀρθωμένη ἀπὸ τὴ βία
τοῦ χαλκὰ καὶ τῆς ἄμοιρης στοργῆς της, δὲν ἔβλεπα ἄλλο ἀπ᾿ τὴν τρανὴν ἀρκούδα
μὲ τὶς γαλάζιες χάντρες στὸ κεφάλι, μαρτυρικὸ τεράστιο σύμβολο ὅλου τοῦ κόσμου,
τωρινοῦ καὶ περασμένου, μαρτυρικὸ τεράστιο σύμβολο ὄλου τοῦ πόνου τοῦ πανάρχαιου,
ὁπ᾿ ἀκόμα δὲν τοῦ πληρώθη ἀπ᾿ τοὺς θνητοὺς αἰῶνες ὁ φόρος τῆς ψυχῆς.
Τί ἐτούτη ἀκόμα ἦταν κ᾿ εἶναι στὸν Ἅδη. Καὶ σκυμμένο τὸ κεφάλι μου κράτησα ὁλοένα,
καθὼς στὸ ντέφι μέσα ἔριχνα, σκλάβος κ᾿ ἐγὼ τοῦ κόσμου, μιὰ δραχμή.

Μὰ ὡς, τέλος, ὁ Ἀτσίγγανος ξεμάκρυνε, τραβώντας ξανὰ
τὶς δυὸ ἀργοβάδιστες ἀρκοῦδες, καὶ χάθηκε στὸ μούχρωμα,
ἡ καρδιά μου μὲ σήκωσε νὰ ξαναπάρω πάλι τὸ δρόμον ὁποὺ τέλειωνε στὰ ῾ρείπια
τοῦ Ἱεροῦ τῆς Ψυχῆς, στὴν Ἐλευσίνα. K᾿ ἡ καρδιά μου, ὡς ἐβάδιζα, βογγοῦσε:
«Θά ῾ρτει τάχα ποτέ, θὲ νά ῾ρτει ἡ ὥρα ποὺ ἡ ψυχὴ τῆς ἀρκούδας καὶ τοῦ Γύφτου,
κ᾿ ἡ ψυχή μου, ποὺ Μυημένη τηνὲ κράζω, θὰ γιορτάσουν μαζί;»

Κι ὡς προχωροῦσα, καὶ βράδιαζε, ξανάνιωσα ἀπ᾿ τὴν ἴδια πληγή,
ποὺ ἡ μοίρα μ᾿ ἄνοιξε, τὸ σκότος νὰ μπαίνει ὁρμητικὰ μὲς στὴν καρδιά μου,
καθὼς ἀπὸ ραγισματιὰν αἰφνίδια μπαίνει τὸ κύμα σὲ καράβι ποὺ ὁλοένα βουλιάζει.
Κι ὅμως τέτοια ὡς νὰ διψοῦσε πλημμύραν ἡ καρδιά μου, σᾶ βυθίστη
ὡς νὰ πνίγηκε ἀκέρια στὰ σκοτάδια, σὰ βυθίστηκε ἀκέρια στὰ σκοτάδια,
ἕνα μούρμουρο ἁπλώθη ἀπάνωθέ μου, ἕνα μούρμουρο, κ᾿ ἔμοιαζ᾿ ἔλλε:

«Θὰ ῾ρτει.»

Ιερά Όδός - Άγγελος Σικελιανός

Παρασκευή 2 Μαρτίου 2012

Το βίωμα του έρωτα

ΓΝΩΡΙΖΟΥΜΕ τὸν ἔρωτα μόνο στὴν ἀπόσταση τῆς ἀποτυχίας. Πρὶν τὴν ἀποτυχία δὲν ὑπάρχει γνώση· ἡ γνώση ἔρχεται πάντα μετὰ τὴ βρώση τοῦ καρποῦ. Σὲ κάθε ἔρωτα ξαναζεῖ ἡ ἐμπειρία τῆς γεύσης τοῦ παραδείσου καὶ τῆς ἀπώλειας τοῦ παραδείσου. Σπουδάζουμε τὸν ἔρωτα μόνον ἐξόριστοι ἀπὸ τὴν πληρότητα τῆς ζωῆς ποὺ αὐτὸς χαρίζει.

Στὴν ἐμπειρία τοῦ ἔρωτα εἴμαστε ὅλοι πρωτόπλαστοι. Ἡ πείρα τῶν ἄλλων δὲν μᾶς μαθαίνει τίποτα γιὰ τὸν ἔρωτα. Εἶναι γιὰ τὸν καθένα μας τὸ ἀρχέγονο καὶ μέγιστο μάθημα τῆς ζωῆς, ἡ ἀρχέγονη καὶ μέγιστη ἐξαπάτηση. Μέγιστο μάθημα, γιατὶ σπουδάζουμε στὸν ἔρωτα τὸν τρόπο τῆς ζωῆς. Καὶ μέγιστη ἐξαπάτηση, ἀφοῦ αὐτὸς ὁ τρόπος ἀποδείχνεται ἀνέφικτος γιὰ τὴν ἀνθρώπινη φύση μας.

Ἡ ἀνθρώπινη φύση μας (αὐτὸ τὸ ἀκαθόριστο κράμα τῆς ψυχῆς καὶ τοῦ κορμιοῦ μας) «ξέρει», μὲ φοβερὴ ὀξυδέρκεια πέρα ἀπὸ νοήματα, πὼς ἡ πληρότητα τῆς ζωῆς κερδίζεται μόνο στὴν ἀμοιβαιότητα τῆς σχέσης. Στὴν ἀμοιβαία ὁλοκληρωτικὴ αὐτοπροσφορά. Γι᾿ αὐτὸ καὶ ἐπενδύει ἡ φύση μας, στὸν ἔρωτα ὅλη τὴ ἀπύθμενη δίψα της γιὰ ζωή. Δίψα τοῦ κορμιοῦ καὶ τῆς ψυχῆς μας.

Διψᾶμε τὴ ζωή, καὶ τὸ ἐνδεχόμενο τῆς ζωῆς περνάει μόνο μέσα ἀπὸ τὴ σχέση μὲ τὸν Ἄλλον. Στὸ πρόσωπο τοῦ Ἄλλου ἀναζητᾶμε τὴ δυνατότητα τῆς ζωῆς - τὴν ἀμοιβαιότητα στὴ σχέση. Ὁ Ἄλλος γίνεται τὸ «σημαῖνον» τῆς ζωῆς, ἡ αἰσθητὴ ἀνταπόκριση στὴν πιὸ βαθειὰ καὶ κυρίαρχη τῆς φύσης μας ἐπιθυμία. Ἴσως αὐτὸ ποὺ ἐρωτευόμαστε νὰ μὴν εἶναι τὸ πρόσωπο τοῦ Ἄλλου, ἀλλὰ ἡ δίψα μας ἔνσαρκη στὸ πρόσωπό του. Ὁ Ἄλλος νὰ εἶναι πρόσχημα κι ἡ αὐτοπροσφορά μας αὐταπάτη. Ὅμως κι αὐτὸ θὰ διαφανεῖ μόνο στὴν ἀπόσταση τῆς ἀποτυχίας.

Μετὰ τὴν ἀποτυχία ξέρουμε ὅτι ὁ ἔρωτας εἶναι ὁ τρόπος τῆς ζωῆς, ἀλλὰ τρόπος ἀνέφικτος γιὰ τὴν ἀνθρώπινη φύση μας. Ἡ φύση μας διψάει ἀπεγνωσμένα τὴ σχέση, δίχως νὰ ξέρει νὰ ὑπάρχει μὲ τὸν τρόπο τῆς σχέσης. Δὲν ξέρει νὰ μοιράζεται, νὰ κοινωνεῖ, ξέρει μόνο νὰ ἰδιοποιεῖται τὴ ζωή, νὰ τὴν κατέχει καὶ νὰ τὴν νέμεται. Ἂν ἡ γεύση τῆς πληρότητας εἶναι κοινωνία τῆς ζωῆς μὲ τὸν Ἄλλον, ἡ ὁρμὴ τῆς φύσης μας ἀλλοτριώνει τὴν κοινωνία σὲ ἀπαίτηση ἰδιοκτησίας καὶ κατοχῆς τοῦ Ἄλλου. Ἡ ἀπώλεια τοῦ παραδείσου δὲν εἶναι ποτὲ ποινή, εἶναι μόνο αὐτοεξορία.
Τὸν τρόπο τῆς ζωῆς τὸν σπουδάζουμε πάντοτε σὰν χαμένο παράδεισο. Τὸν ψηλαφοῦμε στὴ στέρηση, στὸ ἐκμαγεῖο τῆς ἀπουσίας του. Ἔγγλυφο ἴχνος τοῦ τρόπου τῆς ζωῆς εἶναι ἡ πίκρα τῆς μοναξιᾶς στὴν ψυχή μας, ἡ ἀνέραστη μοναχικότητα. Γεύση θανάτου. Μὲ αὐτὴ τὴ γεύση μετρᾶς τὴ ζωή. Πρέπει νὰ σὲ ναυτολογήσει ὁ θάνατος γιὰ νὰ περιπλεύσεις τὴ ζωή, νὰ καταλάβεις ὅτι πρόκειται γιὰ τὴν πληρότητα τῆς σχέσης. Τότε ξεδιακρίνεις τὶς ἀκτὲς τοῦ νοήματος: Ζωὴ σημαίνει νὰ παραιτεῖσαι ἀπὸ τὴν ἀπαίτηση τῆς ζωῆς γιὰ χάρη τῆς ζωῆς τοῦ Ἄλλου. Νὰ ζεῖς, στὸ μέτρο ποὺ δίνεσαι γιὰ νὰ δεχθεῖς τὴν αὐτοπροσφορὰ τοῦ Ἄλλου. Ὄχι νὰ ὑπάρχεις, καὶ ἐπιπλέον νὰ ἀγαπᾶς. Ἀλλὰ νὰ ὑπάρχεις μόνο ἐπειδὴ ἀγαπᾶς, καὶ στὸ μέτρο ποὺ ἀγαπᾶς.
Διψᾶμε τὴ ζωὴ καὶ δὲν τὴν διψᾶμε μὲ σκέψεις ἢ νοήματα. Οὔτε καὶ μὲ τὴ θέλησή μας. Τὴν διψᾶμε μὲ τὸ κορμὶ καὶ τὴν ψυχή μας. Ἡ ὁρμὴ τῆς ζωῆς, σπαρμένη μέσα στὴ φύση μας, ἀρδεύει κάθε ἐλάχιστη πτυχὴ τῆς ὕπαρξής μας. Καὶ εἶναι ὁρμὴ ἀδυσώπητη γιὰ σχέση, γιὰ συν-ουσία: Νὰ γίνουμε ἕνα μὲ τὴν ἀντι-κείμενη οὐσία τοῦ κόσμου, ἕνα μὲ τὸ κάλλος τῆς γῆς, τὴν ἀπεραντοσύνη τῆς θάλασσας, τὴ νοστιμιὰ τῶν καρπῶν, τὴν εὐωδιὰ τῶν ἀνθῶν. Ἕνα κορμὶ μὲ τὸν Ἄλλον. Ὁ Ἄλλος εἶναι ἡ μόνη δυνατότητα νὰ ἔχει ἀμοιβαιότητα ἡ σχέση μας μὲ τὸν κόσμο. Εἶναι τὸ πρόσωπο τοῦ κόσμου, ὁ λόγος κάθε ἀντι-κείμενης οὐσίας. Λόγος ποὺ ἀπευθύνεται σὲ μένα καὶ μὲ καλεῖ στὴν καθολικὴ συν-ουσία. Μοῦ ὑπόσχεται τὸν κόσμο τῆς ζωῆς, τὸ ἔκπαγλο κόσμημα τῆς ὁλότητας. Στὴ μία σχέση.

Χρήστος Γιανναράς

Πέμπτη 1 Μαρτίου 2012

Τί άλλο θέλεις;


Ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος αναφέρει για την αγάπη που έχει ο Χριστός για τον άνθρωπο:

΄Έγώ είμαι πατέρας, Εγώ αδερφός, 
Εγώ σπίτι, Εγώ ρούχο, 
Εγώ ρίζα, Εγώ το θεμέλιο. 
Ο,τιδήποτε θελήσεις είμαι Εγώ. 
Δε θα στερηθείς τίποτε απο όσα χρειάζεσαι. Εγώ θα σε υπηρετήσω. 
Διότι ήρθα για να υπηρετήσω , και όχι για να υπηρετηθώ. 
Εγώ και φίλος και ξένος και κεφαλή και αδερφός και μητέρα. 
Τα πάντα Εγώ. Έχε Εμένα μόνο κοντά σου σε όλα. 
Εγώ και φτωχός για εσένα, και αλήτης για εσένα, 
πάνω στο σταυρό για εσένα, στον τάφο για εσένα, 
πάνω στους ουρανούς σε υπερασπίζομαι μπροστά στον Πατέρα, 
κάτω στη γή πρεσβευτής σου έγινα απο τον Πατέρα. 
Τα πάντα είσαι εσύ για Εμένα, 
και αδερφός και συγκληρονόμος της Βασιλείας των Ουρανών 
και φίλος και μέλος από το σώμα Μου.
Τί άλλο θέλεις;;;;;;;;;''

Τετάρτη 29 Φεβρουαρίου 2012

Απαλλαγμένος από κάθε ηθική - Α.Ρεμπώ

Απαλλαγμένος από κάθε ηθική 
επιστρέφω στη γη να επιτελέσω ένα καθήκον. 
Να γίνω ένα με τη σκληρή πραγματικότητα. 
Πλάνη;;; Μπορεί... 
Η εποχή που ανατέλλει είναι αμείλικτη. 
Εγώ, πάντως, μπορώ να πω, ότι νίκησα∙ 
σβήστηκαν όλες οι απαίσιες αναμνήσεις. 
Πρέπει να είσαι, οπωσδήποτε, στο πνεύμα της εποχής. 
Τέρμα οι ευλογίες και τα ευλογητάρια∙ 
κράτα το κερδισμένο έδαφος. 
Το πρόσωπό μου, ρούφηξε το ξεραμένο αίμα. 
Πίσω μου, το τίποτα... 
Ααα!!! 
Μόνο, ένα...Άθλιο δεντράκι... 
Οι αγώνες του πνεύματος είναι εξίσου άγριοι με τους 
πολέμους των ανθρώπων. 
Και είμαστε μόνο, στην αρχή... 
Αγαπημένο χέρι(;) 
τί να πω γι' αυτό... 
Γελάω! Μπορώ να γελάω με τις παλιές μου, ερωτικές απογοητεύσεις. 
Εκεί κάτω, αντίκρισα, την κόλαση των γυναικών και 
δικαιούμαι να συλλάβω την...Αλήθεια, 
σε μια ψυχή 
και ένα σώμα. 
Πρέπει να είσαι, οπωσδήποτε, στο πνεύμα της εποχής. 
Θα συνηθίσω... 
Θα συνηθίσω... 
 Θα συνηθίσω...

Δευτέρα 27 Φεβρουαρίου 2012

Δίψα για ουρανό - Μίλτος Σαχτούρης


Ἕνα τεράστιο καρβέλι, μιὰ πελώρια φραντζόλα ζεστὸ ψωμί,
εἶχε πέσει στὸ δρόμο ἀπὸ τὸν οὐρανό,
ἕνα παιδὶ μὲ πράσινο κοντὸ βρακάκι καὶ μὲ μαχαίρι
ἔκοβε καὶ μοίραζε στὸν κόσμο γύρω,
ὅμως καὶ μία μικρή, ἕνας μικρὸς ἄσπρος ἄγγελος.
...
κι αὐτὴ μ᾿ ἕνα μαχαίρι ἔκοβε καὶ μοίραζε
κομμάτια γνήσιο οὐρανὸ
κι ὅλοι τώρα τρέχαν σ᾿ αὐτή, λίγοι πηγαῖναν στὸ ψωμί,
ὅλοι τρέχανε στὸν μικρὸν ἄγγελο ποὺ μοίραζε οὐρανό!
Ἂς μὴν τὸ κρύβουμε.
Διψᾶμε γιὰ οὐρανό.

''Το ψωμί''

Υ.Γ. Μα, πόσο επίκαιρη και σύγχρονη είναι πάντοτε η ποίηση ...!
Διψάμε για ουρανό, πιο πολύ απο ό,τι θα διψάσουμε ποτέ για ψωμί...!
Ακόμη και σε μία εποχή σαν αυτή...
 

Τετάρτη 22 Φεβρουαρίου 2012

Αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος - Τάσος Λειβαδίτης




Αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος
δεν θα πάψεις ούτε στιγμή ν΄αγωνίζεσαι για την ειρήνη και
για το δίκαιο.
Θα βγείς στους δρόμους, θα φωνάξεις, τα χείλια σου θα
ματώσουν απ΄τις φωνές
το πρόσωπό σου θα ματώσει από τις σφαίρες – μα ούτε βήμα πίσω.
Κάθε κραυγή σου μια πετριά στα τζάμια των πολεμοκάπηλων
Κάθε χειρονομία σου σα να γκρεμίζει την αδικία.
Και πρόσεξε: μη ξεχαστείς ούτε στιγμή.
Έτσι λίγο να θυμηθείς τα παιδικά σου χρόνια
αφήνεις χιλιάδες παιδιά να κομματιάζονται την ώρα που παίζουν ανύποπτα στις
πολιτείες
μια στιγμή αν κοιτάξεις το ηλιοβασίλεμα
αύριο οι άνθρωποι θα χάνουνται στη νύχτα του πολέμου
έτσι και σταματήσεις μια στιγμή να ονειρευτείς
εκατομμύρια ανθρώπινα όνειρα θα γίνουν στάχτη κάτω από τις οβίδες.
Δεν έχεις καιρό
δεν έχεις καιρό για τον εαυτό σου
αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος.

Αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος
μπορεί να χρειαστεί ν΄αφήσεις τη μάνα σου, την αγαπημένη
ή το παιδί σου.
Δε θα διστάσεις.
Θ΄απαρνηθείς τη λάμπα σου και το ψωμί σου
Θ΄απαρνηθείς τη βραδινή ξεκούραση στο σπιτικό κατώφλι
για τον τραχύ δρόμο που πάει στο αύριο.
Μπροστά σε τίποτα δε θα δειλιάσεις κι ούτε θα φοβηθείς.
Το ξέρω, είναι όμορφο ν΄ακούς μια φυσαρμόνικα το βράδυ,
να κοιτάς έν΄ άστρο, να ονειρεύεσαι
είναι όμορφο σκυμένος πάνω απ΄το κόκκινο στόμα της αγάπης σου
Να την ακούς να σου λέει τα όνειρα της για το μέλλον.
Μα εσύ πρέπει να τ΄αποχαιρετήσεις όλ΄αυτά και να ξεκινήσεις
γιατί εσύ είσαι υπεύθυνος για όλες τις φυσαρμόνικες του κόσμου,
για όλα τ΄άστρα, για όλες τις λάμπες και
για όλα τα όνειρα
αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος.

Αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος
μπορεί να χρειαστεί να σε κλείσουν φυλακή για είκοσι ή
και περισσότερα χρόνια
μα εσύ και μες στη φυλακή θα θυμάσαι πάντοτε την άνοιξη,
τη μάνα σου και τον κόσμο.
Εσύ και μες απ΄ το τετραγωνικό μέτρο του κελλιού σου
θα συνεχίσεις τον δρόμο σου πάνω στη γη .
Κι΄ όταν μες στην απέραντη σιωπή, τη νύχτα
θα χτυπάς τον τοίχο του κελλιού σου με το δάχτυλο
απ΄τ΄άλλο μέρος του τοίχου θα σου απαντάει η Ισπανία.
Εσύ, κι ας βλέπεις να περνάν τα χρόνια σου και ν΄ ασπρίζουν
τα μαλλιά σου
δε θα γερνάς.
Εσύ και μες στη φυλακή κάθε πρωί θα ξημερώνεσαι πιο νέος
Αφού όλο και νέοι αγώνες θ΄ αρχίζουνε στον κόσμο
αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος

Αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος
θα πρέπει να μπορείς να πεθάνεις ένα οποιοδήποτε πρωινό.
Αποβραδίς στην απομόνωση θα γράψεις ένα μεγάλο τρυφερό
γράμμα στη μάνα σου
Θα γράψεις στον τοίχο την ημερομηνία, τ΄αρχικά του ονόματος σου και μια λέξη :
Ειρήνη
σα ναγραφες όλη την ιστορία της ζωής σου.
Να μπορείς να πεθάνεις ένα οποιοδήποτε πρωινό
να μπορείς να σταθείς μπροστά στα έξη ντουφέκια
σα να στεκόσουνα μπροστά σ΄ολάκαιρο το μέλλον.
Να μπορείς, απάνω απ΄την ομοβροντία που σε σκοτώνει
εσύ ν΄ακούς τα εκατομμύρια των απλών ανθρώπων που
τραγουδώντας πολεμάνε για την ειρήνη.
Αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος.

Κυριακή 19 Φεβρουαρίου 2012

Η αγαπημένη σκηνή της Amelie με τον τυφλό γεροντάκο



Αυτή η σκηνή μου δημιουργεί πάντα την επιθυμία να βγω στο δρόμο και να αγκαλιάσω όλο τον κόσμο γύρω μου!! 
Την μοιράζομαι με όλους σας! 
:-)
''Η Amelie έχει ένα περίεργο συναίσθημα απόλυτης αρμονίας. 
Είναι μία τέλεια στιγμή. 
Απαλό φως, μία μυρωδιά στον αέρα, ο ήσυχος ψίθυρος της πόλης. 
Αναπνέει βαθιά. 
Η ζωή είναι απλή και καθαρή. 
Ένα κύμα αγάπης, μία ώθηση να βοηθήσει την ανθρωπότητα την καταλαμβάνει...''

Τρίτη 14 Φεβρουαρίου 2012

Ένα αφιέρωμα στον Θανάση Παπακωνσταντίνου

Νομίζω οτι ήρθε η ώρα να μιλήσω για τον τραγουδοποιό, που έγινε το μουσικό μου αποκούμπι, που ήρθε με τις μουσικές του, τους στίχους του και την καλλιτεχνική του αξιοπρέπεια, να γλυκάνει και να ντύσει τις πιο όμορφες, αλλα και τις πιο πικρές στιγμές της ζωής μου.

Η γνωριμία μου με την μουσική του Θανάση Παπακωνσταντίνου, υπήρξε ήρεμη, δειλή και διστακτική στην αρχή, μέχρι που σιγά σιγά, με μικρά βήματα, άρχισε να με κατακτά, να ρίχνει τις αμφιβολίες και τις καχυποψίες μου, να εισέρχεται στα πιο κρυφά και πολύτιμα δώματα της ψυχής μου... Σήμερα, η μουσική του, είναι πια το πιο οικείο μουσικό μου πανοφώρι, που το φορώ ξανά και ξανά, καθώς οι χειμώνες διαδέχονται ο ένας τον άλλο, δίχως ποτέ να το βαρεθώ, γιατί έχει πια μπλεχτεί με τις μέσα μου μελωδίες...

Απο την ''Αγία Νοσταλγία'' (Αγία νοσταλγία ανίκητο θεριό, έχεις κλείσει την καρδιά μου σε λαβύρινθο...)
στο ''Αερικό'' (Όσες κι αν χτίζουν φυλακές κι αν ο κλοιός στενεύει, ο νους μας είναι αληταριό, που όλο θα δραπετεύει...),
Απο τον ''Αποσπερίτη'' (Κι εσύ αποσπερίτη μου, του δειλινού ταιριάζεις, άδολα είναι τα μάτια σου και μην τα κατεβάζεις...)
στο ''Απόψε'' (Απόψε το τραγούδι θα'ναι σαν προσευχή, θα είναι ελαιώνας σε ξεχασμένη γη. Απόψε το τραγούδι θα γίνει αγκαλιά, που θα χωράει κι εσένα κι ας είσαι μακριά...),
Απο τον ''Διάφανο'' (Στου δειλινού την άκρη αποκοιμήθηκα, σαν ξένος, σαν ξενάκι, σαν πάντα ξένος.. κι ήρθε και κατακάθησε, πάνω μου σα σεντόνι, όλη της γης η σκόνη...Στου δειλινού την άκρη, δε βλέπεις όνειρα, αυτά που γίναν βλέπεις και τα επόμενα.. βλέπεις τον άνθρωπο μικρό, που τον πατάν στ'αλήθεια, τα πόδια του τα ίδια, τα πόδια του τα ίδια...)
στα ''Έρημα κορμιά'' (Έρημα κορμιά του χρόνου παιχνιδάκια, στον ύπνο σταυραετοί, στον ξύπνιο στρατιωτάκια, έρημα κορμιά αποταμιευτήρες, γι' αθάνατο νερό και γι' αφρισμένες μπύρες...),
''Κάτω απο το μαξιλάρι'' (Κάτω απ' το μαξιλάρι, είναι ένα βαθύ πηγάδι, που μέσα κατοικούν, οι ψυχές που σ' αγαπούν..Έρχονται και σε μένα, πρόσωπα λησμονημένα, άδεια και χλωμά, από πριν κι από μετά..)
να ''Μιλώ για σένα'' (Μιλώ με τις πηγές που ζούνε μοναχές και τους μιλώ για σένα, πως όταν με κοιτάς, σαν λες πως μ'αγαπάς, αγγέλοι φτερουγίζουν.. Και μ' απάντησαν: "Είναι χάρτινοι οι αγγέλοι.
Άμοιρη ψυχή μη ξεγελαστείς''...),
Απο τον ΄΄Ελάχιστο Εαυτό'' ( Σε λίγο όμως μια σκέψη ακατάβλητη του γαζώνει τα μυαλά, ιδρώνουνε τα χέρια του ξανά. Τον εμπρηστή τον αναγνώρισε -τι κι αν έφυγε σκυφτός- γιατί ήταν ο ελάχιστος εαυτός...)
στον ΄΄Τρυγητή'' (Θέλω να πω στους βάρβαρους και στους ειδωλολάτρες, πως έχω βάρος και Θεό και γι' αυτονών τις πλάτες. Θεό που κάθεται στη γη -ξέρω τη γειτονιά του-που 'χει την αυταρέσκεια και δε θωρεί μπροστά του. Μα σαν θα 'ρθει ο τρυγητής, θα βρει τη γιατρειά του...),
''Όταν χαράζει'' (Όταν χαράζει, ο πρώτος στεναγμός, βγαίνει απ' τα πιο σφιγμένα χείλη. Σαν πεταλούδα στην κάμαρη πετά, ψάχνοντας άνοιγμα να φύγει. Αν είσαι μόνος, αν είσαι αδύναμος,
η χαραυγή θα σε ξεκάνει. Έχει το μύρο, έχει τη σιγαλιά, κι έχει τον ήλιο τον αλάνη..)
να θυμάσαι την ''Παλιά πληγή''(Βαθιά πληγή, παλιά πληγή,πες μου τι να κοιτάξω, να μπω σε κόσμο σκοτεινό ή πάλι να αγκαλιάσω.. Αγαπημένα πρόσωπα, αγαπημένα μάτια, έρχονται σαν τα κύματα
και αφήνουν κατακάθια..),
Απο τον ''Σαν Μικέλε'' ( Δε μ' αναγνωρίζετε γιατί έλειπα καιρό, τα δάκρυά μου δεν σας λένε κάτι.
Λοιπόν, διηγηθείτε μου τι έγινε εδώ, να βρω ξανά του νήματος την άκρη.. Αν συνεχίζουν πείτε μου κοιτώντας τη φωτιά, οι άνθρωποι να κάθονται στις φτέρνες, και αν οι ομορφότερες γυναίκες στα κρυφά, κάτω από τη γλώσσα εκτρέφουν σμέρνες...)
στον ''Πεχλιβάνη'' (Μια νύχτα θα 'ρθει από μακριά, βρε αμάν αμάν, αέρας Πεχλιβάνης, να μην μπορείς να κοιμηθείς, βρε αμάν αμάν, μόλις τον ανασάνεις...),
''Σαν παιδί'' (Παραδομένος κι απόλυτος μαζί, Η ανάσα είναι σαν πριόνι..Κόβει το χρόνο και σκορπά
στην άχραντη σιγή, φωτιά και χιόνι...)
να φτάνω ''Στην Αμερική'' (Ο τόπος που μεγάλωσα κρυφό παράπονο έχει, που η θάλασσα δε δέχτηκε το χώμα του να βρέχει...),
Απο την ''κοιλάδα των Τεμπών'' (Πίνει απ' το θολό νερό, του ποταμού το ιερό, Πίνει κι απλώνει ρίζωμα, βαθιά μέσα στα ανείπωτα...)
''Στις χαραυγές ξεχνιέμαι'' ( Mάσκα δεν έχω να γυρνώ στο καρναβάλι ετούτο, μόνο μια απόχη να τρυγώ της θάλασσας την πονηριά και της σιωπής τον πλούτο...),
Απο τον ''Στυλίτη'' (Πάνω στο λευκό σου το λαιμό,πέφτει πυκνό το χιόνι, Πάνω στο λευκό λαιμό,
χέρι ζεστό ζυγώνει..Φέρνει τα πέντε δάκτυλα, φέρνει τα δέκα χάδια, Φέρνει και σώμα δύστροπο
που έμαθε στα σκοτάδια..)
στον ''Τειρεσία'' (Τυφλός είναι κι εκείνος που κάνει ότι δεν ξέρει, πως πίνει απ' το πηγάδι το σκοτεινό, που ότι τον κατατρώει ανάγκη το 'χει κάνει ή στην αυλή το κρύβει να ξεχαστεί..),

έκανα τις πιο αξέχαστες μουσικές πορείες μου, βάδισα πάνω σε πετούμενα στιχάκια, αιωρήθηκα μέσα σε μελωδικούς στροβιλισμούς για να καταλήξω σε αυτό που πάντοτε ήξερα: πως η μουσική είναι ένα απο τα θαύματα του Θεού που δόθηκαν στον άνθρωπο, για να θυμάται να μιλά με την ψυχή του, όταν η λογική σκεπάζει την φωνή της...
Όπως λέει και ο ίδιος σε συνένευξή του: ''Η τέχνη δεν υπάρχει για να κατανοούμε,αλλά για να βιώνουμε. Η ζωή είναι γεμάτη μυστήριο. Και η τέχνη, ως η σπουδαιότερη έκφανση της ζωής, έρχεται να αναδείξει αυτό το μυστήριο, να το γλυκάνει και να το κάνει βιώσιμο συναίσθημα για τους αποσβολωμένους ανθρώπους.Μπορεί συχνά να μην είναι κατανοητά τα στιχάκια μου αλλά δεν πάσχουν από ασάφεια. Οι εικόνες εντυπώνονται καθαρές στο μυαλό των ανθρώπων. Κι εκεί εγώ σταματάω και παίρνει τη σκυτάλη ο ακροατής. Δεν του έχω δώσει έναν μονόδρομο... Του παρέχω περισσότερους βαθμούς ελευθερίας... ώστε να βάλει τον εαυτό του στην περιπέτεια, να συν-κινηθεί.''

Σ.

Παρασκευή 10 Φεβρουαρίου 2012

Η ευτυχία αληθινή, όταν την μοιράζεσαι...


Ron: ''Θα μου λείψεις, όταν φύγεις.''
Chris: ''Κι εμένα θα μου λείψεις, αλλα είσαι λάθος, εαν πιστεύεις οτι η χαρά της ζωής έρχεται κατα κύριο λόγο απο την χαρά των ανθρώπινων σχέσεων. Ο Θεός βρίσκεται παντού γύρω μας, υπάρχει μέσα στα πάντα και σε κάθε εμπειρία μας. Οι άνθρωποι απλά χρειάζεται να αλλάξουν τον τρόπο που κοιτούν τα πράγματα.''
Ron: ''Ναι... Θα το κρατήσω αυτό...Το ξέρεις οτι θα το κάνω. Θέλω να σου πω κατι. Απο κομμάτια των όσων μου έχεις πει για την οικογένειά σου, την μητέρα, τον πατέρα σου...Και ξέρω οτι έχεις και τα θέματά σου με την εκκλησία...Αλλα υπάρχει κάτι ανώτερο που μπορούμε όλοι να εκτιμήσουμε και νομίζω οτι δεν σε πειράζει να το αποκαλέσω Θεό. Αλλα όταν συγχωρείς, αγαπάς. Και όταν αγαπάς, το φως του θεού λάμπει μέσα απο σένα.''

Η ιστορία αυτού του νέου ανθρώπου, που  αποφάσισε να εγκαταλείψει τα πάντα, κάθε άνεση και κοινωνική σύμβαση μέσα στην οποία μεγάλωσε, για να κυνηγήσει το όνειρό του, πάντα θα με συγκινεί...Όσες φορές κι αν δω αυτή τη ταινία, πάντα θα αναρωτιέμαι...
Ένας άνθρωπος, που κυνήγησε το νόημα της ζωής, εγκαταλείποντας τα πάντα και τους πάντες, για να φτάσει στη συνειδητοποίηση αυτής της αλήθειας:  
Η ευτυχία είναι αληθινή, μόνο όταν την μοιράζεσαι...

''Into the Wild''

Πέμπτη 2 Φεβρουαρίου 2012

Το Μονόγραμμα του Οδυσσέα Ελύτη

I.

Θά πενθώ πάντα -- μ’ακούς; -- γιά σένα,
μόνος,στόν Παράδεισο
Θά γυρίσει αλλού τίς χαρακιές
Τής παλάμης,η Μοίρα,σάν κλειδούχος
Μιά στιγμή θά συγκατατεθεί ο Καιρός

Πώς αλλιώς,αφού αγαπιούνται οι άνθρωποι

Θά παραστήσει ο ουρανός τα σωθικά μας
Καί θά χτυπήσει τόν κόσμο η αθωότητα
Μέ τό δριμύ του μαύρου του θανάτου.


ΙΙ.

Πενθώ τόν ήλιο καί πενθώ τά χρόνια που έρχονται
Χωρίς εμάς καί τραγουδώ τ’άλλα πού πέρασαν
Εάν είναι αλήθεια

Μιλημένα τά σώματα καί οί βάρκες πού έκρουσαν γλυκά
Οί κιθάρες πού αναβόσβησαν κάτω από τα νερά
Τά "πίστεψέ με" και τα "μή"
Μιά στόν αέρα , μιά στή μουσική

Τα δυό μικρά ζώα,τά χέρια μας
Πού γύρευαν ν’ανέβουνε κρυφά τό ένα στό άλλο
Η γλάστρα μέ τό δροσαχί στίς ανοιχτές αυλόπορτες
Καί τά κομμάτια οί θάλασσες πού ερχόντουσαν μαζί
Πάνω απ’τίς ξερολιθιές,πίσω άπ’τούς φράχτες
Τήν ανεμώνα πού κάθισε στό χέρι σού
Κι έτρεμες τρείς φορές τό μώβ τρείς μέρες πάνω από
τούς καταρράχτες

Εάν αυτά είναι αλήθεια τραγουδώ
Τό ξύλινο δοκάρι καί τό τετράγωνο φαντό
Στόν τοίχο , τή Γοργόνα μέ τά ξέπλεκα μαλλιά
Τή γάτα πού μάς κοίταξε μέσα στά σκοτεινά

Παιδί μέ τό λιβάνι καί μέ τόν κόκκινο σταυρό
Τήν ώρα πού βραδιάζει στών βράχων τό απλησίαστο
Πενθώ τό ρούχο πού άγγιξα καί μού ήρθε ο κόσμος.


ΙΙΙ.

Έτσι μιλώ γιά σένα καί γιά μένα

Επειδή σ’αγαπώ καί στήν αγάπη ξέρω
Νά μπαίνω σάν Πανσέληνος
Από παντού,γιά τό μικρό τό πόδι σού μές στ’αχανή σεντόνια
Νά μαδάω γιασεμιά --κι έχω τή δύναμη
Αποκοιμισμένη,νά φυσώ νά σέ πηγαίνω
Μές από φεγγαρά περάσματα καί κρυφές τής θάλασσας στοές
Υπνωτισμένα δέντρα μέ αράχνες πού ασημίζουμε

Ακουστά σ’έχουν τά κύματα
Πώς χαιδεύεις,πώς φιλάς
Πώς λές ψιθυριστά τό "τί" καί τό "έ"
Τριγύρω στό λαιμό στόν όρμο
Πάντα εμείς τό φώς κι η σκιά

Πάντα εσύ τ’αστεράκι καί πάντα εγώ τό σκοτεινό πλεούμενο
Πάντα εσύ τό λιμάνι κι εγώ τό φανάρι τό δεξιά
Τό βρεγμένο μουράγιο καί η λάμψη επάνω στά κουπιά
Ψηλά στό σπίτι μέ τίς κληματίδες
Τά δετά τριαντάφυλλα,καί τό νερό πού κρυώνει
Πάντα εσύ τό πέτρινο άγαλμα καί πάντα εγώ η σκιά πού μεγαλώνει
Τό γερτό παντζούρι εσύ,ο αέρας πού τό ανοίγει εγώ
Επειδή σ’αγαπώ καί σ’αγαπώ
Πάντα εσύ τό νόμισμα καί εγώ η λατρεία πού τό εξαργυρώνει:

Τόσο η νύχτα,τόσο η βοή στόν άνεμο
Τόσο η στάλα στόν αέρα,τόσο η σιγαλιά
Τριγύρω η θάλασσα η δεσποτική
Καμάρα τ’ουρανού με τ’άστρα
Τόσο η ελάχιστη σου αναπνοή

Πού πιά δέν έχω τίποτε άλλο
Μές στούς τέσσερις τοίχους,τό ταβάνι,τό πάτωμα
Νά φωνάζω από σένα καί νά μέ χτυπά η φωνή μου
Νά μυρίζω από σένα καί ν’αγριεύουν οί άνθρωποι
Επειδή τό αδοκίμαστο καί τό απ’αλλού φερμένο
Δέν τ’αντέχουν οί άνθρωποι κι είναι νωρίς,μ’ακούς
Είναι νωρίς ακόμη μές στόν κόσμο αυτόν αγάπη μου

Να μιλώ γιά σένα καί γιά μένα.

ΙV.

Είναι νωρίς ακόμη μές στόν κόσμο αυτόν,μ’ακούς
Δέν έχουν εξημερωθεί τά τέρατα, μ’ακούς
Τό χαμένο μου τό αίμα καί τό μυτερό,μ’ακούς
Μαχαίρι
Σάν κριάρι πού τρέχει μές στούς ουρανούς
Καί τών άστρων τούς κλώνους τσακίζει,μ’ακούς
Είμ’εγώ,μ’ακούς
Σ’αγαπώ,μ’ακούς
Σέ κρατώ καί σέ πάω καί σού φορώ
Τό λευκό νυφικό τής Οφηλίας,μ’ακούς
Πού μ’αφήνεις,πού πάς καί ποιός,μ’ακούς

Σού κρατεί τό χέρι πάνω απ’τούς κατακλυσμούς

Οί πελώριες λιάνες καί τών ηφαιστείων οί λάβες
Θά’ρθει μέρα,μ’ακούς
Νά μάς θάψουν , κι οί χιλιάδες ύστερα χρόνοι
Λαμπερά θά μάς κάνουν περώματα,μ’ακούς
Νά γυαλίσει επάνω τούς η απονιά,μ’ακούς
Τών ανθρώπων
Καί χιλιάδες κομμάτια νά μάς ρίξει

Στά νερά ένα ένα , μ’ακούς
Τά πικρά μου βότσαλα μετρώ,μ’ακούς
Κι είναι ο χρόνος μιά μεγάλη εκκλησία,μ’ακούς
Όπου κάποτε οί φιγούρες
Τών Αγίων
Βγάζουν δάκρυ αληθινό,μ’ακούς
Οί καμπάνες ανοίγουν αψηλά,μ’ακούς
Ένα πέρασμα βαθύ νά περάσω
Περιμένουν οί άγγελοι μέ κεριά καί νεκρώσιμους ψαλμούς
Πουθενά δέν πάω ,μ’ακους
Ή κανείς ή κι οί δύο μαζί,μ’ακούς

Τό λουλούδι αυτό τής καταιγίδας καί μ’ακούς
Τής αγάπης
Μιά γιά πάντα τό κόψαμε
Καί δέν γίνεται ν’ανθίσει αλλιώς,μ’ακούς
Σ’άλλη γή,σ’άλλο αστέρι,μ’ακούς
Δέν υπάρχει τό χώμα , δέν υπάρχει ο αέρας
Πού αγγίξαμε,ο ίδιος,μ’ακούς

Καί κανείς κηπουρός δέν ευτύχησε σ’άλλους καιρούς

Από τόσον χειμώνα κι από τόσους βοριάδες,μ’ακούς
Νά τινάξει λουλούδι,μόνο εμείς,μ’ακούς
Μές στή μέση τής θάλασσας
Από τό μόνο θέλημα τής αγάπης,μ’ακούς
Ανεβάσαμε ολόκληρο νησί,μ’ακούς
Μέ σπηλιές καί μέ κάβους κι ανθισμένους γκρεμούς
Άκου,άκου
Ποιός μιλεί στά νερά καί ποιός κλαίει -- ακούς;
Είμ’εγώ πού φωνάζω κι είμ’εγώ πού κλαίω,μ’ακούς
Σ’αγαπώ,σ’αγαπώ,μ’ακούς.

V.

Γιά σένα έχω μιλήσει σέ καιρούς παλιούς
Μέ σοφές παραμάνες καί μ’αντάρτες απόμαχους
Από τί νά’ναι πού έχεις τή θλίψη του αγριμιού
Τήν ανταύγεια στό μέτωπο του νερού του τρεμάμενου
Καί γιατί,λέει,νά μέλει κοντά σου νά’ρθω
Πού δέν θέλω αγάπη αλλά θέλω τόν άνεμο
Αλλά θέλω της ξέσκεπης όρθιας θάλασσας τόν καλπασμό

Καί γιά σένα κανείς δέν είχε ακούσει
Γιά σένα ούτε τό δίκταμο ούτε τό μανιτάρι
Στά μέρη τ’αψηλά της Κρήτης τίποτα
Γιά σένα μόνο δέχτηκε ο Θεός νά μου οδηγεί τό χέρι

Πιό δω,πιό κεί,προσεχτικά σ’όλα τό γύρο
Του γιαλού του προσώπου,τούς κόλπους,τά μαλλιά
Στό λόφο κυματίζοντας αριστερά

Τό σώμα σου στή στάση του πεύκου του μοναχικού
Μάτια της περηφάνειας καί του διάφανου
Βυθού,μέσα στό σπίτι μέ τό σκρίνιο τό παλιό
Τίς κίτρινες νταντέλες καί τό κυπαρισσόξυλο
Μόνος νά περιμένω που θά πρωτοφανείς
Ψηλά στό δώμα ή πίσω στίς πλάκες της αυλής
Μέ τ’άλογο του Αγίου καί τό αυγό της Ανάστασης

Σάν από μιά τοιχογραφία καταστραμμένη
Μεγάλη όσο σέ θέλησε η μικρή ζωή
Νά χωράς στό κεράκι τή στεντόρεια λάμψη τήν ηφαιστειακή

Πού κανείς νά μήν έχει δεί καί ακούσει
Τίποτα μές στίς ερημιές τά ερειπωμένα σπίτια
Ούτε ο θαμμένος πρόγονος άκρη άκρη στόν αυλόγυρο
Γιά σένα,ούτε η γερόντισσα ν’όλα της τά βοτάνια

Γιά σένα μόνο εγώ,μπορεί,καί η μουσική
Πού διώχνω μέσα μου αλλ’αυτή γυρίζει δυνατότερη
Γιά σένα τό ασχημάτιστο στήθος των δώδεκα χρονώ
Τό στραμμένο στό μέλλον με τόν κρατήρα κόκκινο
Γιά σένα σάν καρφίτσα η μυρωδιά η πικρή
Πού βρίσκει μές στό σώμα καί πού τρυπάει τή θύμηση
Καί νά τό χώμα,νά τά περιστέρια,νά η αρχαία μας γή.


VI.

Έχω δεί πολλά καί η γή μές’απ’τό νού μου φαίνεται ωραιότερη
Ώραιότερη μές στούς χρυσούς ατμούς
Η πέτρα η κοφτερή,ωραιότερα
Τά μπλάβα των ισθμών καί οί στέγες μές στά κύματα
Ωραιότερες οί αχτίδες όπου δίχως να πατείς περνάς
Αήττητη όπως η Θεά της Σαμοθράκης πάνω από τά βουνά
τής θάλασσας

Έτσι σ’έχω κοιτάξει πού μου αρκεί
Νά’χει ο χρόνος όλος αθωωθεί
Μές στό αυλάκι που τό πέρασμα σου αφήνει
Σάν δελφίνι πρωτόπειρο ν’ακολουθεί

Καί νά παίζει μέ τ’άσπρο καί τό κυανό η ψυχή μου !

Νίκη,νίκη όπου έχω νικηθεί
Πρίν από τήν αγάπη καί μαζί
Γιά τή ρολογιά καί τό γκιούλ-μπιρσίμι
Πήγαινε,πήγαινε καί ας έχω εγώ χαθεί

Μόνος καί άς είναι ο ήλιος που κρατείς ένα παιδί
νεογέννητο
Μόνος,καί ας είμ’εγώ η πατρίδα που πενθεί
Ας είναι ο λόγος που έστειλα νά σου κρατεί δαφνόφυλλο
Μόνος,ο αέρας δυνατός καί μόνος τ’ολοστρόγγυλο
Βότσαλο στό βλεφάρισμα του σκοτεινού βυθού
Ο ψαράς που ανέβασε κι έριξε πάλι πίσω στούς καιρούς τόν Παράδεισο !


VII.

Στόν Παράδεισο έχω σημαδέψει ένα νησί
Απαράλλαχτο εσύ κι ένα σπίτι στή θάλασσα

Μέ κρεβάτι μεγάλο καί πόρτα μικρή
Έχω ρίξει μές στ’άπατα μιάν ηχώ
Νά κοιτάζομαι κάθε πρωί που ξυπνώ

Νά σέ βλέπω μισή να περνάς στό νερό
και μισή να σε κλαίω μές στόν Παράδεισο.

Τετάρτη 1 Φεβρουαρίου 2012

Ο αποχαιρετισμός-Απόσπασμα

''Στην πόρτα σου άκουσα σιγανά αναφυλλητά. Ήσουνα συ που έκλαιγες ολομόναχη μέσα στο σκοτάδι, έκλαιγες σιωπηλά όλη νύχτα. Μπήκα μέσα και δε μιλήσαμε. Έκλαιγες ήσυχα κ’ εγώ έκαμα πως ξεκουμπώνω το γελιό, πολύ απασχολημένος τάχα μ’ αυτή τη δουλειά. Γιατί μονάχα να σ’ ανερωτούσα τι κλαις, θα μ’ έπνιγε το κλάμα. Αυτό θάτανε κάπως αστείο για έναν επαναστάτη φορτωμένον μ’ όλη την πανοπλία του και με διακόσια φυσίγγια στις μπαλάσκες.
Έκλαιγε κ’ ένα κοριτσάκι κοντά σου πάνω σε μια κόκκινη πολυθρόνα, σιγά – σιγά κι αυτό. Φορούσε βελουδένια βυσσινιά ρόμπα και τόνα ποδαράκι του ήταν ξακάλτσωτο. Εγώ στο τέλος βάλθηκα να βλέπω τάχα με μεγάλη προσοχή αυτό το γυμνό ποδαράκι. Παρακολούθησες τη ματιά μου και τράβηξες ένα πανεράκι πλεγμένο από φύλλα καλαμποκιάς. Απ’ εκεί έβγαλες άλλο ένα καλτσάκι και πολεμούσες να το περάσεις στο πόδι του παιδιού.

- Μα αυτή η κάλτσα είναι άλλο χρώμα, είπα, και χαμογελούσα ηρωικά.
Η φωνή μου έτρεμε.
Εσύ τότες ξαφνικά άφησες το καλτσάκι μισοκρεμασμένο στο πόδι του παιδιού, μ’ αγκάλιασες σφιχτά κι άρχισες να κλαις ασυγκράτητα.  Εγώ δεν έκλαψα. Μονάχα ένας κόμπος ανέβαινε ως το λαρύγγι μου και τον κατάπινα με πείσμα. Κρέμασα το ντουφέκι στον ώμο κ’ έφυγα σκυφτός. Ήμουνα βαρύς από θλίψη, ξιππασμένος από τη δύναμη της ανδρείας μου.
Στρατής Μυριβήλης  ''Η ζωή εν τάφω''